Προκειμένου να κάνω λάθος, δε δοκιμάζω καθόλου!

//Προκειμένου να κάνω λάθος, δε δοκιμάζω καθόλου!

Προκειμένου να κάνω λάθος, δε δοκιμάζω καθόλου!

Γράφει η Ευμορφία Μήτσιου, Ψυχολόγος

Το θέμα της τελειοθηρίας είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, τόσο για τους ενήλικες, όσο και για τα παιδιά που μας περιβάλλουν, τη σκλαβιά στην οποία συχνά οδηγούμαστε, έχοντας στο μυαλό μας αυτό το ιδανικό μοντέλο που είναι έντονα παρόν και μας επηρεάζει.
Όταν λοιπόν αυτό καταλήγει να κυριαρχεί στην οικογενειακή σκέψη, ολισθαίνει κανείς στην ανάγκη του ελέγχου και των προσδοκιών, που αναπόφευκτα στρέφονται εναντίον μας και μας οδηγούν σε κατάρρευση. Μπροστά στην προσδοκία ενός τέλειου αποτελέσματος είναι πολύ πιο δύσκολο να επιχειρεί κανείς με δοκιμές και λάθη.
Ο δρόμος που επιλέγεται λοιπόν από τα παιδιά μπορεί να είναι εκείνος της άρνησης και είναι τελείως ανώφελο εμείς να τους λέμε με τα λόγια πως μπορούν να κάνουν λάθη. Αυτά μαθαίνουν από τις δικές μας συμπεριφορές, όχι από τα λόγια.
Οι Maturana και Varela (1992) υποστηρίζουν ότι η μάθηση συμβαίνει όχι προσλαμβάνοντας πληροφορίες από το περιβάλλον αλλά ζώντας στο περιβάλλον, με αμοιβαία προσαρμογή και αλλαγή. Αυτό προτείνουν ότι είναι ό,τι αποκαλούμε μάθηση και ορίζουν τη γνώση ως την αποτελεσματική συμπεριφορά σ’ ένα πλαίσιο.  Επισημαίνουν ακόμη ότι όσο μαθαίνουμε, τόσο ζούμε, ενώ κατά τους Freeman και Nunez (1999) αυτοί που μαθαίνουν ενσωματώνουν τον κόσμο στην ύπαρξή τους μέσω της εμπειρίας.
Έτσι οι δικές μας ανασφάλειες, τα δικά μας παλιά, πιο εύθραυστα κομμάτια, εκείνα που μας έκαναν να νιώσουμε πολύ αδύναμοι και ακατάλληλοι, αποτελούν τις ρίζες της τελειοθηρίας μας.
Προκύπτει λοιπόν η επιθυμία μας να επανορθώσουμε με την προσδοκία ενός «τέλειου» αποτελέσματος που μπορεί να παρεμποδίσει τη διαδικασία ανάπτυξης των παιδιών που μας περιβάλλουν, πλήττοντας μια βασική τους ανάγκη, εκείνη του να πειραματιστούν μέσα από δοκιμές και λάθη, αποδεχόμενα το ρίσκο του να σφάλλουν .
Ο R. Browning έλεγε ότι «ό,τι φτάνει στην τελειότητα πεθαίνει».
Για να είμαστε τελειοθηρικοί πρέπει να τα έχουμε όλα, ή σχεδόν όλα υπό έλεγχο  και δε επιτρέπονται τα λάθη, ούτε σε μας, ούτε και στους άλλους. Αποφεύγουμε το λάθος σαν να είναι κάτι που θα τινάξει στον αέρα την ίδια την αυτοεκτίμησή μας.
Συχνά δεν επιλέγουμε να δοκιμάσουμε εμπειρίες, από φόβο μήπως κάνουμε λάθος. Αυτή είναι μια από τις πολλές δυσκολίες που μπορεί να συναντήσουμε εμείς οι ενήλικες με τα νέα παιδιά. Υπάρχουν πολλά παιδιά τα οποία, προκειμένου να διατρέξουν τον κίνδυνο να κάνουν λάθος, σταματούν μπροστά στις δοκιμές κι επιλέγουν να μην υποβληθούν εξαρχής σε δοκιμασία και να μην προπονήσουν τα μέσα που έχουν σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, όπως καθένας από εμάς.
Το να προσπαθούμε ν’ αποφύγει ένα παιδί τα λάθη είναι σα να το εμποδίζουμε να μάθει να ζει. Το νεογνό αρχίζει ακριβώς με δοκιμές και λάθη να κάνει λαρυγγισμούς και βοκαλισμούς , που θα του επιτρέψουν να μάθει τους ήχους της γλώσσας του, εκείνης την οποία σιγά-σιγά αναγνωρίζει ως δική του, γιατί καθημερινά την ακούει γύρω του.
Το μικρό παιδί που έχει μια πολύ μεγάλη ικανότητα μάθησης, χρησιμοποιεί όλα τα πρώτα χρόνια της ζωής του,  για να μάθει να την κατέχει, πάντα μέσα από δοκιμές και λάθη, έως ότου θα γίνει ολότελα κάτοχός της. Τα γλωσσικά του λάθη αποτελούν το απαραίτητο βήμα για τη μάθηση της γλώσσας, με την οποία θα μπορεί να εκφραστεί σε όλη του τη ζωή.
Ακόμη και στο περπάτημα και στον αθλητισμό, το λάθος είναι εκείνο που βοηθά να διορθώσουμε την προσπάθεια. Καθένας μας δοκίμασε άπειρες φορές και έκανε λάθη άλλες τόσες, προτού μάθει να περπατάει, να κολυμπάει, να κάνει ποδήλατο κλπ. Με τον ίδιο τρόπο στην καθημερινή ζωή, όλα όσα κάνουμε, στις οικιακές δραστηριότητες, στα χόμπι μας. Ακόμη και στις σχέσεις μας με τους άλλους, μάθαμε και μαθαίνουμε συνεχώς από τα λάθη μας.
Το λάθος είναι το βασικό και απαραίτητο βήμα, εάν θέλουμε να μάθουμε κάτι. Είναι ένα από τα πρώτα σκαλοπάτια, χωρίς τα οποία δε μπορούμε ν’ ανέβουμε μια σημαντική σκάλα, εκείνη της ζωής.
Συστημικά άλλωστε το ιδανικό δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο στο μυαλό μας… Είναι πυξίδα, πρότυπο, μπούσουλας για να φτάσουμε σ’ αυτό που επιθυμούμε τελικά.

Πηγές:

  • «Το παιδί που χάθηκε και ξαναβρέθηκε», M. Alba, Εκδ. University Studio Press
  • «Προσωπικές σημειώσεις – εργαστήρι για τις δυσκολίες στη διαπαιδαγώγηση», Χ. Γούναρη Κε.Σ.Με.Θ.Θ. 2016
  • «Κυβερνητική κυκλικότητα στη διδασκαλία και τη μάθηση»
    J. Murray, Μετάλογος, Τεύχος Δεκέμβριος 2012.
2019-06-07T07:19:20+00:00