Custom Image
Επικοινώνησε μαζί μας : 23310 74073 ,γραμμή 24ωρης λειτουργίας

Ενδοοικογενειακή βία: Η πρόκληση της αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων

//Ενδοοικογενειακή βία: Η πρόκληση της αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων

Ενδοοικογενειακή βία: Η πρόκληση της αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων

Η σύγχρονη ελληνική νομολογία αποτυπώνει μια σαφή τάση ενίσχυσης
της ποινικής προστασίας απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία.
Ασπασία Γκόγκου*
Η ενδοοικογενειακή βία συνιστά σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και διαρκή πρόκληση για το κράτος δικαίου. Ως φαινόμενο που παραμένει συχνά αδήλωτο, προσβάλλει καίρια την ανθρώπινη αξία, τη σωματική ακεραιότητα και την προσωπική ελευθερία, όπως κατοχυρώνονται στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 του Συντάγματος. Η αυξητική τάση των περιστατικών τα τελευταία έτη καθιστά αναγκαία την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού και ουσιαστικά εφαρμοζόμενου πλαισίου προστασίας των θυμάτων.

Κεντρικό πυλώνα της ελληνικής έννομης τάξης αποτελεί ο Ν. 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», ο οποίος εισήγαγε ένα ολοκληρωμένο σύστημα ποινικής αντιμετώπισης του φαινομένου. Ο νόμος καλύπτει ένα ευρύ φάσμα αξιόποινων πράξεων που τελούνται εντός της οικογένειας, όπως σωματική βλάβη, απειλή, παράνομη βία, προσβολές της γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς και μορφές ψυχολογικής βίας που εκδηλώνονται μέσω εκφοβισμού, συστηματικής υποτίμησης ή ταπείνωσης του θύματος. Η αυξημένη απαξία των πράξεων αυτών ερείδεται στη σχέση εμπιστοσύνης και εξάρτησης που χαρακτηρίζει τα μέλη της οικογένειας, γεγονός που δικαιολογεί την αυστηρότερη ποινική τους μεταχείριση. Γίνεται, επίσης, ιδιαίτερη αναφορά στα πρόσωπα που εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου, ενώ παράλληλα αναδεικνύονται τα ζητήματα που ανακύπτουν σε σχέση με την ασάφεια των εννοιών της «οικογένειας», της «συνοίκησης» και του «μόνιμου συντρόφου».

Κατά το άρθρο 1 §3 του Ν. 3500/2006, ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου τελείται πράξη των άρθρων 6 – 9 του νόμου, όπως σωματική βλάβη, απειλή, βιασμός, κατάχρηση σε ασέλγεια και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας.

Επιπλέον, στο προστατευτικό πεδίο του νόμου εντάσσονται και περιπτώσεις ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άρθρο 299 ΠΚ) και θανατηφόρας σωματικής βλάβης (άρθρο 311 ΠΚ), όταν τελούνται στο πλαίσιο οικογενειακής σχέσης και συνοίκησης.

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η πρόβλεψη του νόμου σύμφωνα με την οποία θύμα ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται και ο ανήλικος που παρίσταται κατά την τέλεση σχετικών πράξεων, ακόμη και όταν η βίαιη συμπεριφορά δεν στρέφεται άμεσα εναντίον του.

Η ρύθμιση αυτή εδράζεται στα πορίσματα της σύγχρονης ψυχολογίας, σύμφωνα με τα οποία η έκθεση των παιδιών σε περιστατικά οικογενειακής βίας επηρεάζει αρνητικά τη συναισθηματική και ψυχική τους ανάπτυξη, ενώ παράλληλα αυξάνει την πιθανότητα αναπαραγωγής αντίστοιχων βίαιων προτύπων κατά την ενήλικη ζωή τους.

Πέραν του Ν. 3500/2006, η προστασία των θυμάτων θεμελιώνεται σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς και σε διεθνείς συμβάσεις. Ιδιαίτερη σημασία έχει η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (Ν. 4531/2018), η οποία ενίσχυσε το πλαίσιο πρόληψης και προστασίας από την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία. Παράλληλα εφαρμόζονται διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για εγκλήματα κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ελευθερίας και της γενετήσιας ελευθερίας (ενδεικτικά άρθρα 299, 308 επ., 312, 330, 333, 336 επ. ΠΚ).

Ο Ν. 5172/2025, όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’/10/29-1-2025, θεσπίζει ένα εκτεταμένο νομοθετικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση νέων μορφών βίας κατά των γυναικών και την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1385 στο εθνικό δίκαιο. Με τις διατάξεις του ενισχύεται το σύστημα προστασίας των θυμάτων, ιδίως στο πεδίο της ενδοοικογενειακής βίας, ενώ παράλληλα προβλέπονται οργανωτικές και θεσμικές παρεμβάσεις, όπως η αναδιοργάνωση των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και η ενίσχυση της λειτουργίας της Eurojust. Επιπλέον, εισάγονται ρυθμίσεις για την προστασία των ανηλίκων και την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.

Στο επίπεδο της προδικασίας, προβλέπονται άμεσα μέτρα προστασίας, όπως απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, περιοριστικοί όροι και απαγόρευση προσέγγισης ή επικοινωνίας με το θύμα. Παράλληλα, το αστικό δίκαιο συμβάλλει μέσω ρυθμίσεων για την επιμέλεια ανηλίκων και τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού.

Παρά την ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου, η πρακτική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές δυσχέρειες. Ένα μεγάλο ποσοστό περιστατικών δεν καταγγέλλεται, κυρίως λόγω φόβου, κοινωνικού στιγματισμού ή οικονομικής εξάρτησης των θυμάτων από τον δράστη. Παράλληλα, η αποτελεσματικότητα των μέτρων προστασίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ταχεία και ορθή αντίδραση των αρμόδιων αρχών. Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει ότι το βασικό έλλειμμα της έννομης τάξης δεν εντοπίζεται πλέον στο επίπεδο της νομοθετικής πρόβλεψης, αλλά κυρίως στο επίπεδο της αποτελεσματικής εφαρμογής της.

Η σύγχρονη ελληνική νομολογία αποτυπώνει μια σαφή τάση ενίσχυσης της ποινικής προστασίας απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία. Ενδεικτικά, αποφάσεις του Αρείου Πάγου όπως οι ΑΠ 360/2021ΑΠ 461/2024 και ΑΠ 607/2024 αναδεικνύουν την ιδιαίτερη απαξία της βίας που τελείται στο οικογενειακό περιβάλλον και τη συνακόλουθη ανάγκη για άμεση και ουσιαστική αντίδραση των αρμόδιων αρχών. Παράλληλα, επισημαίνεται σταθερά η υποχρέωση των δικαστηρίων για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ιδίως σε υποθέσεις σοβαρής κακοποίησης, απειλών ή κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα του θύματος. Η νομολογιακή αυτή εξέλιξη αντανακλά τη σταδιακή προσαρμογή της ελληνικής έννομης τάξης στις πραγματικές κοινωνικές διαστάσεις του φαινομένου και την ενίσχυση της ουσιαστικής προστασίας των θυμάτων.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αναδείξει με σαφήνεια την υποχρέωση των κρατών να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα προστασίας των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Ενδεικτικά, στην υπόθεση Opuz κατά Τουρκίας κρίθηκε ότι η αδράνεια των αρχών απέναντι σε επαναλαμβανόμενα περιστατικά βίας μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση των άρθρων 2, 3 και 14 ΕΣΔΑ, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά ρητά τη σύνδεση της ενδοοικογενειακής βίας με έμφυλη διάκριση και κρατική ανοχή. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Talpis κατά Ιταλίας τονίστηκε η ανάγκη έγκαιρης και ουσιαστικής παρέμβασης των αρχών, καθώς η μη λήψη επαρκών μέτρων προστασίας, παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες, οδήγησε σε ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, επιβεβαιώνοντας και εκεί την ευθύνη του κράτους λόγω ανεπαρκούς ανταπόκρισης.

Συμπερασματικά, το ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα παρέχει σημαντικά εργαλεία για την προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, ωστόσο η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται κυρίως από την πρακτική εφαρμογή του και την ενίσχυση των μηχανισμών υποστήριξης. Απαιτείται η περαιτέρω ενδυνάμωση δομών όπως οι ξενώνες φιλοξενίας, οι γραμμές βοήθειας και τα συμβουλευτικά κέντρα, καθώς και η κατάλληλη εκπαίδευση των αρμόδιων αρχών, ώστε τα περιστατικά να αντιμετωπίζονται άμεσα και αποτελεσματικά. Τελικά, η ουσιαστική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας προϋποθέτει συντονισμένη δράση Πολιτείας και κοινωνίας, με έμφαση στην πρόληψη, την προστασία και την άμεση στήριξη των θυμάτων.

* Η Ασπασία Χ. Γκόγκου είναι Δικηγόρος, MSc Σύγχρονες Ιατρικές Πράξεις: Δικαιϊκή Ρύθμιση και Βιοηθική Διάσταση, MSc Ιατροδικαστική – Ψυχιατροδικαστική.

Πηγή αναδημοσίευσης: https://daily.nb.org/

2026-05-29T07:57:31+00:00
Σύλλογος Κοινωνικής Παρέμβασης «ΕΡΑΣΜΟΣ»

Μετάβαση στο περιεχόμενο