Κακοποίηση: Η μεταψυχολογία του θύματος και του θύτη

//Κακοποίηση: Η μεταψυχολογία του θύματος και του θύτη

Κακοποίηση: Η μεταψυχολογία του θύματος και του θύτη

γυναίκα θύμα κακοποίησης εμφανίζει την μεταψυχολογία του θύματος και του θύτηΗ κακοποίηση είναι μια παραβίαση της ατομικότητάς μας σε επίπεδο σωματικό, ψυχο-συναισθηματικό και σεξουαλικό. Η πανίσχυρη δυναμική που αναπτύσσεται στη σχέση μεταξύ κακοποιητή-κακοποιημένου είναι αυτή που ωθεί το θύμα να παραμένει σιωπηλό και τον θύτη να συνεχίζει τη δράση του σε κοινή θέα


Γράφει ο Γιώργος Κουντουράς MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής 

Ποιες είναι οι μορφές κακοποίησης και πότε ένα άτομο αναλαμβάνει τον ρόλο του θύτη ή του θύματος; Ποιες είναι οι διαφορές και οι ομοιότητες μεταξύ τους; Πως η κακοποίηση επιδρά στην ζωή του ατόμου και τι μπορεί να κάνει τελικά για να βοηθηθεί;

Μορφές κακοποίησης

Όταν σκεφτόμαστε το όρο κακοποίηση, μας έρχεται στο μυαλό η άσκηση λεκτικής ή σωματικής βίας. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες μορφές κακοποίησης, που λαμβάνουν χώρα κυρίως σε κάποια αναπτυξιακή περίοδο της ζωής (παιδική ή εφηβική ηλικία) όπου το άτομο είναι ευάλωτο και ανυπεράσπιστο και ως εκ τούτου εξαρτάται αποκλειστικά από τους φροντιστές του, όπως είναι:

  • Η παραμέληση: η στέρηση βασικών βιολογικών αναγκών (όπως το νερό, η τροφή, η στέγη, ή η προσωπική υγιεινή), αλλά και κοινωνικών, εκπαιδευτικών και ιατρικών αναγκών.
  • Η συναισθηματική και ψυχολογική κακομεταχείριση: η έλλειψη αποδοχής, σεβασμού, κατανόησης, αγάπης, καθοδήγησης και υποστήριξης η οποία μπορεί να εκφράζεται με υποτίμηση, προσβλητικά σχόλια, έντονη και συνεχή κριτική, απειλές, επιβολή σκληρής τιμωρίας, απομόνωση, διαστρέβλωση των κοινωνικών αξιών και παρακίνηση στη βία.
  • Η σεξουαλική κακοποίηση: κάθε μορφή εκμετάλλευσης ή εξαναγκασμού ενός ατόμου να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη για τους σκοπούς της ικανοποίησης ενός άλλου. Μπορεί να περιλαμβάνει την ακατάλληλη λεκτική ή σωματική επαφή ενός ενήλικα (ή ενός μεγαλύτερου σε ηλικία παιδιού) με ένα ηλικιακά μικρότερο παιδί με στόχο την σεξουαλική διέγερση και ικανοποίηση του πρώτου. Ο βαθμός της κακοποίησης ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ορισμένοι πέφτουν θύματα έντονης σεξουαλικής κακοποίησης, ενώ σε κάποιους άλλους η εμπειρία αυτή περιορίζεται σε χάδια ή αγγίγματα. Σε κάθε περίπτωση, έχει σημασία το πως ένιωθε το άτομο που βίωσε την εμπειρία. Αν ένιωθε πολύ άβολα, ήταν σίγουρα κακοποίηση.

Η εμπειρία της κακοποίησης στην…ενήλικη ζωή

Η εμπειρία της κακοποίησης είναι άρρηκτα συνδεμένη με ένα ισχυρό σύμπλεγμα συναισθημάτων, πόνου, φόβου, οργής, ντροπής, ενοχών και θλίψης, που συνοδεύουν το άτομο και στην ενήλικη ζωή, ακόμα και αν κάποιες φορές δεν το καταλαβαίνει. Πολλές φορές, οι άνθρωποι που έχουν κακοποιηθεί έχουν ευμετάβλητη διάθεση – αναστατώνονται υπερβολικά, ξεσπούν σε κλάματα ή εξαγριώνονται χωρίς να υπάρχει σημαντική αφορμή.

Αυτό κάνει τους άλλους ανθρώπους γύρω τους να απορούν και να μην τους καταλαβαίνουν με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις. Η εμπειρία μιας σχέσης λοιπόν ακόμα και με έναν μη κακοποιητικό σύντροφο, μπορεί να γίνει συχνά οδυνηρή για το άτομο που έχει κακοποιηθεί στο παρελθόν.

Αισθάνεται ότι δεν μπορεί να χαλαρώσει, ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, βρίσκεται σε μια συνεχή επαγρύπνηση και επιφυλακή ότι ο/η σύντροφός του θα το εγκαταλείψει, θα το απορρίψει, θα το προδώσει ή θα το χρησιμοποιήσει. Αυτή η καχύποπτη και δύσπιστη στάση μπορεί να εκφράζεται απέναντι και στον υπόλοιπο κόσμο.

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν άνθρωποι που για να διαχειριστούν όλα τα επώδυνα συναισθήματα αναφορικά με την κακοποίηση που έχουν υποστεί, γίνονται εκείνοι που κακοποιούν στις μετέπειτα σχέσεις τους. Κάποιες φορές, εκδηλώνουν μια επιθετικότητα απέναντι στους υπόλοιπους ανθρώπους, απολαμβάνουν να τους βλέπουν να υποφέρουν, να τους εκμεταλλεύονται ή να τους προσβάλλουν.

Αυτή η σαδιστική πλευρά (πίσω από την οποία κρύβονται τα ίδια αισθήματα μειονεξίας που ταλαιπωρούν το κακοποιημένο άτομο) τρομάζει ακόμα και το ίδιο το άτομο που την εκδηλώνει και που εκείνη την στιγμή μιμείται ασυνείδητα τον κακοποιητικό γονέα-φροντιστή και αντεπιτίθεται στα συναισθήματα μειονεξίας, αναξιότητας, ντροπής και ενοχών που βίωνε ως θύμα της κακοποίησης.

Πίσω από αυτήν την εκρηκτική και βίαιη πλευρά όμως που μπορεί να εκδηλώνεται απέναντι σε συντρόφους, φίλους, συναδέλφους και παιδιά κρύβεται μια ασυνείδητη οργή για τα πρόσωπα του παρελθόντος που είχαν κακοποιήσει το άτομο στην παιδική-εφηβική του ηλικία.

Ο καταναγκασμός της επανάληψης

Ο τρόπος με τον οποίο θυμόμαστε μια τραυματική εμπειρία του παρελθόντος είναι σημαντικός για την ψυχο-συναισθηματική μας υγεία. Μπορεί να θυμόμαστε κάθε λεπτομέρεια αυτής της εμπειρίας και να μας βασανίζουν οι αναμνήσεις ή μπορεί να φαίνεται ότι λείπουν ολόκληρα κομμάτια από μια περίοδο της ζωής μας η οποία μας φαίνεται θολή.

Υπάρχει περίπτωση να μην θυμόμαστε καθόλου αυτό το οποίο μας έχει συμβεί, αλλά να βλέπουμε συχνά τους ίδιους εφιάλτες, να έχουμε βίαιες φαντασιώσεις και δυσάρεστες εικόνες που μας προκαλούν μεγάλη αναστάτωση δημιουργώντας την υποψία ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά στην ψυχική μας υγεία. Μπορεί ακόμα να κάνουμε αναδρομές στο παρελθόν οι οποίες είναι τόσο έντονες που δημιουργούν την αίσθηση ότι ξαναζούμε το ίδιο γεγονός.

Σε κάθε περίπτωση, το σώμα είναι αυτό που θυμάται πάντα και προσπαθεί να μας υπενθυμίσει με κάθε τρόπο την ύπαρξη αυτών των επώδυνων, δυσάρεστων, τρομακτικών αλλά ξεχασμένων συναισθημάτων, μέσα από τα συμπτώματα του άγχους ή/και της κατάθλιψης.

Ωστόσο, ο πιο επιζήμιος, για την ψυχο-συναισθηματική μας υγεία, τρόπος να θυμηθούμε την κακοποίηση που μπορεί να είχαμε υποστεί στο παρελθόν είναι μέσω των σχέσεων που δημιουργούμε στο εδώ και τώρα. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ψυχολογικά παράδοξα της ζωής είναι ότι επαναλαμβάνουμε διαρκώς τα ίδια αυτοκαταστροφικά σενάρια του παρελθόντος με την ελπίδα ότι την επόμενη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά για εμάς και θα λάβουμε αυτό που χρειαζόμαστε ή έχουμε ανάγκη (λ.χ. αγάπη, αποδοχή, σεβασμό, κατανόηση) προκειμένου να λύσουμε το τραύμα που υποστήκαμε σε έναν πρωτογενή δεσμό της παιδικής ηλικίας.

Ο Sigmund Freud (1856-1939) ήταν ο πρώτος που παρατήρησε αυτό το φαινόμενο και το ονόμασε καταναγκασμό επανάληψης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε ανθρώπους που μας συμπεριφέρονται όπως οι πρώτοι φροντιστές της ζωής μας και συχνά μειώνουμε σημαντικά τον βαθμό της κακομεταχείρισης που δεχόμαστε από εκείνους γιατί έχουμε μάθει να δεχόμαστε ότι οποιαδήποτε μορφή επαφής (ακόμα και αν είναι κακοποιητική) που προέρχεται από τα άτομα που αγαπάμε, είναι προτιμότερη από την μη επαφή και την μοναξιά.

Ακόμα και αν έχουμε δίπλα μας όμως έναν υποστηρικτικό, συμπονετικό και κατανοητικό σύντροφο, μπορεί να κάνουμε πράγματα που θα οδηγήσουν στη δημιουργία μιας κακοποιητικής σχέσης. Για παράδειγμα, αποδίδουμε στους άλλους τη διάθεση να μας κακομεταχειριστούν, διαστρεβλώνουμε τα λόγια τους ώστε να εκλαμβάνουμε μια αθώα παρατήρηση ως προσβολή και επινοούμε διάφορες δοκιμασίες για να ελέγξουμε το αν νοιάζονται πραγματικά για εμάς.

Καταλήγουμε σχεδόν πάντα όμως να υπερτονίζουμε τις φορές που δεν νιώσαμε τους άλλους δίπλα μας ή που αισθανθήκαμε ότι μας προδίδουν ή μας απορρίπτουν με την συμπεριφορά τους και να παραγνωρίζουμε όσες φορές εκδήλωσαν το ενδιαφέρον, την φροντίδα και την προσοχή τους απέναντι μας. Φοβόμαστε την πραγματική ή την φανταστική εγκατάλειψη και βλέπουμε την προδοσία, τον εξευτελισμό και την απόρριψη εκεί που δεν υπάρχουν.

Το σύμπλεγμα της ντροπής και των ενοχών

Η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που παίζει κεντρικό ρόλο σε κάθε μορφή κακοποίησης και αποτελεί ρυθμιστικό παράγοντα της συμπεριφοράς τόσο του θύματος όσο και του θύτη. Συνδέεται με το πόσο εκτεθειμένοι και ανάξιοι νιώθουμε ότι είμαστε μετά από ένα γεγονός το οποίο έχει φανερώσει τα ελαττώματά μας, τις αδυναμίες μας ή τα λάθη μας. Όταν νιώθουμε ντροπή, θέλουμε να κρυφτούμε, να εξαφανιστούμε ή ακόμα και να γίνουμε αόρατοι.

Όσο περισσότερο προσπαθούμε να κρύψουμε τις αδυναμίες μας, τόσο αυξάνεται η ντροπή μας. Όσο περισσότερο αυξάνεται η ντροπή μας, τόσο πιο ισχυρούς μηχανισμούς άμυνας πρέπει να επιστρατεύσουμε για να μην μας καταλάβουν οι άλλοι. Οι άνθρωποι που κακοποιούν τους άλλους έχουν επιστρατεύσει τους πιο ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς, μιας και είναι αναγκασμένα να κρύβουν επιμελώς (και από τον ίδιο τους τον εαυτό) ότι ήταν κάποτε θύματα και ότι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή γι’ αυτό.

Οι άνθρωποι που κακοποιούνται θεωρούν ότι δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν τις ανάγκες τους, υποχωρούν μόνιμα και δεν υποστηρίζουν τον εαυτό τους. Μπορεί να έλκονται από κακοποιητικούς συντρόφους και να επιτρέπουν να τους εκμεταλλευτούν και να τους χρησιμοποιούν γιατί νιώθουν ότι αυτό είναι το μόνο που τους αξίζει.

Σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία, η ντροπή πάει χέρι-χέρι με την ενοχή. Το παιδί που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά (από έναν ενήλικα ή από ένα άλλο παιδί μεγαλύτερης ηλικίας) μπορεί να θεωρήσει αργότερα ότι επέτρεψε, ενθάρρυνε ή ακόμα και απόλαυσε αυτό που του συνέβη. Το παιδί αισθάνεται ακόμα περισσότερες ενοχές, ντροπή και σύγχυση αν το περιστατικό της κακοποίησης του προκάλεσε σεξουαλικά συναισθήματα απέναντι στον κακοποιητή τα οποία επικάθισαν στην καταπιεσμένη οργή του για εκείνον.

Όταν κάποιος μας κακοποιεί, όλοι ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε ως ενήλικες – πρέπει να του επιτεθούμε, να καλέσουμε βοήθεια ή να ξεφύγουμε. Αυτές οι επιλογές είναι προβληματικές όταν είμαστε παιδιά γιατί η προστασία και η ασφάλειά μας εξαρτάται από τους άλλους. Σε εκείνη την φάση της ζωής μας, νιώθουμε ευάλωτοι και ανήμποροι χωρίς την προστασία και την καθοδήγηση των γονιών μας.

Συνεπώς, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι δεν φέρουμε καμία ευθύνη για ό,τι τραυματικό μπορεί να μας είχε συμβεί. Μόνο το γεγονός ότι ήμασταν παιδιά, μας απαλλάσσει. Ωστόσο, αυτό το πληγωμένο, ανήμπορο και ανυπεράσπιστο παιδί συνεχίζει να ζει μέσα μας ακόμα και όταν φτάσουμε την ενηλικίωση, προσπαθώντας μάταια να ικανοποιήσει τις ανάγκες που δεν καλύφθηκαν ποτέ μέσα από επιλογές ανθρώπων και καταστάσεις που ανακινούν αυτά τα ξεχασμένα συναισθήματα που ο ενήλικος εαυτός μας αποφεύγει πάση θυσία να βιώσει.

Ένας από τους βασικούς λόγους που τα άτομα επαναλαμβάνουν σχέσεις κακοποίησης και παραμέλησης στην ενήλικη ζωή, είναι η δυσκολία τους να ωριμάσουν ψυχο-συναισθηματικά και να ολοκληρώσουν τη διαδικασία της εξατομίκευσης.

Τα άτομα που έχουν ιστορικό παραμέλησης και κακοποίησης, παρόλο που μπορεί να έχουν μοχθήσει αρκετά για να διαφοροποιηθούν από τους γονείς τους και να ανεξαρτητοποιηθούν από αυτούς, συνεχίζουν να αναζητούν απεγνωσμένα από τις τωρινές τους σχέσεις ό,τι δεν πήραν ποτέ ως παιδιά.

Μπαίνουν σε διάφορους παιδικούς ή γονεϊκούς ρόλους (είτε του παραμελημένου-κακοποιημένου παιδιού, είτε του κακοποιητή-τιμωρού φροντιστή), έχοντας εσωτερικεύσει την σχέση τους με τους γονείς, με αποτέλεσμα να μην μπορούν ποτέ να αναπτύξουν τη δική τους ξεχωριστή ταυτότητα και να αναλάβουν την ευθύνη της ζωής τους.

Το πρώτο βήμα για να συνειδητοποιήσετε την σύνδεση ανάμεσα στο πρώιμο τραύμα δεσμού και στα σοβαρά διαπροσωπικά προβλήματα στο τώρα, βλέποντας παράλληλα πόσο όμοιοι και διαφορετικοί είστε με τους γονείς σας, είναι η παρακάτω άσκηση:

  • Κάντε μια λίστα με όλες τις πιθανές (θετικές και αρνητικές) συμπεριφορές με βάση τις οποίες μοιάζετε με τους γονείς σας.
  • Κάντε μια λίστα με όλες τις πιθανές (θετικές και αρνητικές) συμπεριφορές με βάση τις οποίες διαφέρετε από τους γονείς σας.
  • Κάντε μια λίστα με όλες τις καταστάσεις στις οποίες έχετε αποφύγει να επαναλάβατε τα κακοποιητικά μοτίβα του παρελθόντος, είτε μπαίνοντας στον ρόλο του θύτη, είτε μπαίνοντας στον ρόλο του θύματος.
  • Κάντε μια λίστα με όλες τις καταστάσεις στις οποίες έχετε επαναλάβει τα κακοποιητικά μοτίβα του παρελθόντος, είτε μπαίνοντας στον ρόλο του θύτη, είτε μπαίνοντας στον ρόλο του θύματος.

Ο βασικός σκοπός της άσκησης είναι να καταλάβετε ότι η απελευθέρωση από το τραύμα δεν γίνεται μέσω της αντιδραστικής προσπάθειας να γίνουμε το ακριβώς αντίθετο από τους γονείς, αλλά μέσα από την ενσωμάτωση τόσο των θετικών όσων και των αρνητικών γνωρισμάτων που διαμορφώσαμε κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης μας, σε έναν μοναδικό, ξεχωριστό και συνεκτικό εαυτό.

Η γεφύρωση του χάσματος που υπάρχει ανάμεσα στις θετικές και αρνητικές πλευρές του εαυτού μας, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα γνωστικής διεργασίας, αλλά και συναισθηματικής βίωσης. Αν έχει συμβεί περιστατικό σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης στην ζωή σας, η ψυχοθεραπεία είναι ο πιο ασφαλής και αποτελεσματικός τρόπος για την ανάσυρση των αναμνήσεων και τη βίωση των συναισθημάτων που συνδέονται με το γεγονός.

Η ενθύμηση της τραυματικής εμπειρίας και η φαντασιωσική αναβίωσή της είναι το πιο επώδυνο κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας και της αλλαγής. Σε αυτό το σημείο, η στήριξη του θεραπευτή και η ασφάλεια του πλαισίου είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να μετατραπεί αυτή η εμπειρία σε θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Για να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι σημαντικό να βιωθούν και να εκφραστούν όλα τα επώδυνα συναισθήματα στην άσκηση της φαντασιωσικής αναβίωσης – πρώτα από όλα η οργή απέναντι στον πρώτο κακοποιητή. Μπορούμε να φανταστούμε τον ενήλικο εαυτό μας να στέκεται δίπλα σε αυτό το ανυπεράσπιστο και ανήμπορο παιδί, να το ενισχύει, να το ενδυναμώνει και τελικά να εκφράζει την οργή προς τον κακοποιητικό πρόσωπο του παρελθόντος.

Αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο και είναι πολύπλοκη γιατί υπάρχει μια τιμωρητική πλευρά μας που συνεχίζει να αντιμετωπίζει με σκληρότητα αυτό το εσωτερικό παιδί, είτε βρισκόμαστε στον πόλο του θύτη, είτε σε αυτόν του θύματος.

Είναι απαραίτητη όμως για να σταματήσουμε να λειτουργούμε στον κόσμο έτσι όπως λειτουργούσε τότε αυτό το φοβισμένο παιδί. Συνεπώς, προκειμένου να σταματήσουμε να κακοποιούμαστε ή να κακοποιούμε, είναι απαραίτητο να θυμηθούμε αυτό το παιδί και να το δούμε με μία συμπονετική και κατανοητική ματιά.

Συμπέρασμα

Είδαμε ότι η εμπειρία της κακοποίησης συνεχίζει να μας επηρεάζει αρνητικά ακόμα και μετά το τραύμα ή τα επαναλαμβανόμενα τραύματα του παρελθόντος. Όλες οι μορφές κακοποίησης προκαλούν επώδυνα συναισθήματα που κινητοποιούνται κάθε φορά που υπάρχουν συνθήκες εγγύτητας και οικειότητας. Αυτά τα συναισθήματα όταν καταπιέζονται, προκαλούν άγχος, θλίψη και απότομες συναισθηματικές εκρήξεις.

Όταν το άτομο ταυτίζεται με τον ρόλο του θύματος, στρέφει τα συναισθήματα (που είχε αρχικά απέναντι στο κακοποιητή) στον εαυτό του, ή τα προβάλλει στους άλλους με σκοπό να αντέξει το άγχος του. Τιμωρεί λοιπόν τον εαυτό του με διάφορα σωματικά συμπτώματα, κακή διάθεση και απομόνωση. Όταν το άτομο ταυτίζεται με τον ρόλο του θύτη, αντεπιτίθεται σε αυτά τα συναισθήματα και συμπεριφέρεται σαν να μην βίωσε ποτέ την κακοποίηση.

Ο μόνος τρόπος που ξέρει για να ξεχάσει ό,τι επώδυνο αισθάνθηκε στο παρελθόν και να αντέξει τον εαυτό του στο τώρα, είναι η εξωτερίκευση της οργής απέναντι στα τρέχοντα πρόσωπα της ζωής του με τρόπο βίαιο, ανεξέλεγκτο και εκρηκτικό.

Όπως έλεγε και η διάσημη ψυχολόγος Alice Miller (1923-2010) η οποία φημίζεται για τα βιβλία της σχετικά με την κακοποίηση: έχω ανακαλύψει ότι σταματάμε να είμαστε θύματα της καταναγκαστικής επανάληψης όταν είμαστε πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε όσα έχουν μας συμβεί, όταν σταματάμε να πείθουμε τον εαυτό μας ότι έγιναν ‘’για το καλό μας’’, όταν δεν αποφεύγουμε τα οδυνηρά συναισθήματα του παρελθόντος. Όσο περισσότερο εξιδανικεύουμε το παρελθόν και αρνούμαστε τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, τόσο τα κληροδοτούμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε στην επόμενη γενιά.

Πηγή αναδημοσίευσης: https://www.psychologynow.gr/

2021-10-08T08:41:37+00:00