Custom Image
Επικοινώνησε μαζί μας : 23310 74073 ,γραμμή 24ωρης λειτουργίας

Γυναικοκτονία στη Δράμα: “Τα ψυχομετρικά τεστ αποτελούν ένα επίσημο άλλοθι”

//Γυναικοκτονία στη Δράμα: “Τα ψυχομετρικά τεστ αποτελούν ένα επίσημο άλλοθι”

Γυναικοκτονία στη Δράμα: “Τα ψυχομετρικά τεστ αποτελούν ένα επίσημο άλλοθι”

Γυναικοκτονία στη Δράμα: Τι ισχύει τελικά για τα ψυχομετρικά τεστ στα οποία υποβάλλονται οι αστυνομικοί - Ο ψυχίατρος Αντώνης Κασιμάτης απαντά στο parapolitika.gr

“Είναι ο φθηνότερος και βολικότερος τρόπος για μια αξιολόγηση”

“Τα ψυχομετρικά τεστ αποτελούν ένα επίσημο άλλοθι”, υποστηρίζει στο parapolitika.gr
ο πρώην Διευθυντής Υγειονομικού της ΕΛΑΣ Αντώνης Κασιμάτης με αφορμή τη γυναικοκτονία στη Δράμα

ΑΝΝΑ ΕΜΜΕΗ 
Η γυναικοκτονία που συγκλόνισε τη Δράμα, με θύμα τη 45χρονη αστυνομικό Αντιγόνη, η οποία δολοφονήθηκε από τον 50χρονο σύζυγό της -επίσης αστυνομικό- πριν εκείνος βάλει τέλος στη ζωή του άνοιξε ξανά τη συζήτηση για την ψυχολογική αξιολόγηση των ενστόλων. Μάλιστα, μετά το τραγικό περιστατικό, η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, ανέφερε ότι και οι δύο αστυνομικοί είχαν περάσει κανονικά τις προβλεπόμενες ψυχομετρικές εξετάσεις, καθώς διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να οπλοφορούν.

Ωστόσο, ο ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής, αντιστράτηγος και πρώην Διευθυντής Υγειονομικού της ΕΛ.ΑΣ., Αντώνης Κασιμάτης, υποστηρίζει ότι τα ψυχομετρικά τεστ δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το αν ένας άνθρωπος είναι επικίνδυνος για τον εαυτό του ή για τους άλλους, ενώ χαρακτηρίζει συνολικά το σύστημα αξιολόγησης των αστυνομικών ανεπαρκές.

“Τα ψυχομετρικά τεστ αποτελούν ένα επίσημο άλλοθι”

«Τα ψυχομετρικά τεστ αποτελούν ένα επίσημο άλλοθι για να εκτελέσουμε το καθήκον μας να αξιολογήσουμε τους ενστόλους. Είναι ο φθηνότερος και βολικότερος τρόπος για μια αξιολόγηση, η οποία φυσικά δεν είναι ουσιαστική», δηλώνει στο parapolitika.gr ο κ. Κασιμάτης, προσθέτοντας πως «είναι εργαλείο του 1945, παντελώς αστάθμιστο σε σχέση με τις σημερινές ανάγκες, και ιδιαίτερα με τις ανάγκες καταλληλότητας του αστυνομικού πληθυσμού σε σχέση με το να φέρει όπλο ή όχι».“Είναι πανεύκολο για κάποιον να διαχειριστεί τα ψυχομετρικά τεστ”

«Επομένως, τα ψυχομετρικά τεστ δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα από τα πολλά εργαλεία που θα έπρεπε να έχει στα χέρια του ένας ψυχολόγος ή ένας ψυχίατρος για να προχωρήσει στην ουσιαστική αξιολόγηση ενός ατόμου. Ωστόσο, είναι πανεύκολο για κάποιον να τα διαχειριστεί, δίνοντας τις απαντήσεις που θεωρεί ότι αναμένονται από αυτόν. Ακόμη και οι κλίμακες που υποτίθεται ότι εντοπίζουν το ψεύδος ή την προσποίηση αποτελούν ένα πολύ φτωχό εργαλείο για μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση», υποστηρίζει ο κ. Κασιμάτης.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κ. Κασιμάτη, η επιτυχής ολοκλήρωση ενός ψυχομετρικού τεστ δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση απόδειξη ότι κάποιος δεν πρόκειται να εκδηλώσει επικίνδυνη συμπεριφορά, ενώ συμπληρώνει πως το σύστημα θα μπορούσε να τα παραλείπει εντελώς. Κι αυτό γιατί η ουσιαστική αξιολόγηση ενός αστυνομικού δεν μπορεί να προκύπτει από τις απαντήσεις του σε ένα ερωτηματολόγιο, αλλά από τη γνώση του ιστορικού του, της καθημερινής του συμπεριφοράς και τυχόν περιστατικών που υποδηλώνουν επικινδυνότητά του.Η ανάγκη για συνεχή έλεγχο της ψυχικής κατάστασης των αστυνομικών

Κατά τον κ. Κασιμάτη, βέβαια, το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η αξιοπιστία των ψυχομετρικών τεστ, αλλά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ουσιαστικός και συνεχής έλεγχος της ψυχικής κατάστασης των αστυνομικών. Όπως εξηγεί, οι αξιολογήσεις γίνονται σε τόσο αραιά χρονικά διαστήματα, ώστε είναι αδύνατο να αποτυπώσουν τις μεταβολές που μπορεί να συμβούν στη ζωή και την ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου. «Τι ουσία έχει να αξιολογήσεις κάποιον μία φορά κάθε 15 χρόνια; Το να δω κάποιον σε μια τυχαία στιγμή της ζωής του καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε εκτίμηση», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχουν αστυνομικοί που μπορεί να εξεταστούν μόλις μία φορά σε ολόκληρη την καριέρα τους.“Δεν υπάρχει το ανθρώπινο δυναμικό που να παρακολουθεί συστηματικά κάποιον”

Ο κ. Κασιμάτης ξεκαθαρίζει ότι δεν υφίσταται συστηματική παρακολούθηση από ψυχολόγους ή ψυχιάτρους. Όπως λέει, οι αστυνομικοί παραπέμπονται σε ειδικούς μόνο όταν συμβεί κάποιο σοβαρό περιστατικό που θα γίνει γνωστό στην υπηρεσία. «Πράγματα που γίνονται ιδιωτικά και δεν αναφέρονται δεν θα φτάσουν ποτέ σε κανέναν ψυχολόγο και σε καμία επιτροπή αξιολόγησης», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι σημαντικές μεταβολές στην ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου μπορεί να περάσουν εντελώς απαρατήρητες.

Ο ίδιος διευκρινίζει ότι, ακόμη και όταν κάποιος παραπεμφθεί σε ειδικό, η αξιολόγηση είναι συνήθως στιγμιαία. «Δεν υπάρχει το ανθρώπινο δυναμικό που να παρακολουθεί συστηματικά κάποιον. Επομένως, ακόμη και αν γίνει η παραπομπή του, θα γίνει μόνο για μία στιγμιαία αξιολόγηση και θα περιοριστούμε στο αν θα πρέπει να φέρει όπλο ή όχι». Μάλιστα, θεωρεί αδύνατο να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα μέσα από μία μόνο συνάντηση. «Είναι αδύνατο να εκτιμηθεί. Και αδύνατο και επικίνδυνο».Η υποστελέχωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας της Ελληνικής Αστυνομίας

Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον ίδιο, παίζει η υποστελέχωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας της Ελληνικής Αστυνομίας. «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 50-60 ψυχολόγοι στο Αστυνομικό Σώμα και δύο ή τρεις ψυχίατροι. Τι να κάνουν για έναν πληθυσμό της τάξης των 30.000; Πόσους μπορούν να δουν κάθε χρόνο;».
Παράλληλα, ο κ. Κασιμάτης σημειώνει ότι οι ψυχολόγοι που εργάζονται στην ΕΛ.ΑΣ. δεν διαθέτουν κατ’ ανάγκη εξειδίκευση στη βία ή στην εγκληματολογική αξιολόγηση. «Οι ψυχολόγοι που χρησιμοποιούμε στο Αστυνομικό Σώμα προσλαμβάνονται από την κοινή δεξαμενή ψυχολόγων που υπάρχει στην αγορά εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν απαραίτητα κάποια ειδική εγκληματολογικού τύπου εκπαίδευση ή εκπαίδευση που να αφορά την επιθετικότητα και τη βία».
Για τον κ. Κασιμάτη, όμως, η ουσία βρίσκεται αλλού: στην έγκαιρη αναφορά περιστατικών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν προειδοποιητικά σημάδια. «Το βασικότερο στην όλη υπόθεση δεν είναι η αξιολόγηση και η εκτίμηση, αλλά η αναφορά των πραγματικών περιστατικών. Όταν δεν υπάρχουν στοιχεία, είναι παντελώς αδύνατο να γίνει αξιολόγηση από τον ειδικό».

Αναφερόμενος στην περίπτωση της Δράμας και στο γεγονός ότι ο δράστης έδωσε τέλος στη ζωή του μετά τη δολοφονία της συζύγου του, επισημαίνει ότι η αυτοκτονικότητα αποτελεί ένα εξαιρετικά σύνθετο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο -μεταξύ άλλων και γονιδιακό-, το οποίο δεν μπορεί να προβλεφθεί, ακόμη και όταν υπάρχει παρακολούθηση από ειδικούς. «Το μόνο που έχουμε να ελπίζουμε στην περίπτωση αυτή είναι να μην εξωστραφεί η επιθετικότητα πριν ενδοστραφεί», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η επιθετική συμπεριφορά εκδηλώνεται πρώτα προς τρίτους και στη συνέχεια προς τον ίδιο τον δράστη.
“Το σύστημα δεν είναι σαθρό, αλλά αδόμητο”

«Το σύστημα δεν είναι σαθρό, αλλά αδόμητο. Για να μιλήσω για σαθρό θα πρέπει να έχω δημιουργήσει κάτι πρώτα και μετά αυτό να μην μου αποδώσει. Είμαστε απλώς αντίγραφα της δημιουργίας κάποιου πράγματος, το οποίο δεν ολοκληρώσαμε ποτέ. Ενδιαφερόμαστε για το φαίνεσθαι και όχι για την ουσία», διευκρινίζει ο κ. Κασιμάτης, καταλήγοντας ότι, πέρα από τις θεσμικές αλλαγές, απαιτείται και αλλαγή κουλτούρας, ώστε περιστατικά βίας, απειλών ή ανησυχητικών συμπεριφορών να αναφέρονται εγκαίρως και να μην αποκρύπτονται από φόβο ή αδιαφορία.

Πηγή αναδημοσίευσης: https://www.parapolitika.gr/
2026-06-18T08:48:50+00:00
Σύλλογος Κοινωνικής Παρέμβασης «ΕΡΑΣΜΟΣ»

Μετάβαση στο περιεχόμενο