Τα 5 πιο συχνά λάθη των συναισθηματικά ανώριμων γονέων

//Τα 5 πιο συχνά λάθη των συναισθηματικά ανώριμων γονέων

Τα 5 πιο συχνά λάθη των συναισθηματικά ανώριμων γονέων

συναισθηματικά ανώριμοι γονείς κάνουν λάθηΗ ψυχο-συναισθηματική ενδυνάμωση του παιδιού μας μέσα από την βοήθεια και την καθοδήγηση που μπορούμε να του παρέχουμε ως γονείς, είναι σίγουρα ένα ταξίδι και όχι ένας προορισμός. Ο απόλυτος στόχος είναι κάποια στιγμή, καθώς το παιδί μας μεγαλώνει, να σταματήσουμε να είμαστε οι γονείς του με την τυπική έννοια του όρου γιατί θα έχουμε μπροστά μας πλέον έναν ώριμο και ανεξάρτητο ενήλικα


Γράφει ο Γιώργος Κουντουράς, MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

FrederickDouglass είπε ότι είναι πιο εύκολο να πλάσουμε δυνατά παιδιά, παρά να «διορθώσουμε» διαλυμένους ενήλικες. Ως ψυχοθεραπευτής, αν και δουλεύω μόνο με ενήλικες, διαπιστώνω αρκετά συχνά την αλήθεια αυτής της άποψης. Η παιδική ηλικία είναι αναμφισβήτητα μια περίοδος γεμάτη ευκαιρίες για ανάπτυξη, τουλάχιστον για τα περισσότερα παιδιά και τους εφήβους που μεγαλώνουν στον δυτικό κόσμο.

Ωστόσο, περίπου το 30% των εφήβων, αναφέρει προβλήματα με τη διαχείριση του άγχους, μειωμένη αυτοεκτίμηση, διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος και διαταραχές στη διάθεση – κάτι που φανερώνει, ότι τα νεαρά άτομα δυσκολεύονται να αναπτύξουν ψυχική ανθεκτικότητα ώστε να έχουν μια θετική προσαρμογή στις προκλήσεις του περιβάλλοντος.

Όταν οι γονείς επισκέπτονται κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας αναζητώντας βοήθεια για το παιδί τους, διαπιστώνουν, εφόσον είναι πρόθυμοι να δουλέψουν με τον εαυτό τους, ότι και οι ίδιοι δεν έμαθαν ποτέ πώς να είναι ψυχικά και συναισθηματικά ενδυναμωμένοι, καθώς και ότι το πρώτο βήμα για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας του παιδιού τους, είναι η δική τους «επανεκπαίδευση».

Λέω συχνά στους θεραπευόμενούς μου ότι η ψυχική ενδυνάμωση μέσω της ψυχοθεραπείας, μοιάζει αρκετά με την ενδυνάμωση του μυϊκού μας συστήματος. Αν θέλουμε να ενδυναμωθούμε ψυχικά όπως και σωματικά, δεν αρκεί να αξιοποιούμε μόνο τη θεραπευτική ώρα, αλλά πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε τις «κακές συνήθειες», οι οποίες μπορεί να σαμποτάρουν την προσπάθεια για την οποία έχουμε μοχθήσει τόσο.

Κάποιες από τις πιο συχνά εμφανιζόμενες «κακές συνήθειες» των γονιών, που αν και δεν επιλέγονται συνειδητά, αποτελούν σημαντικό εμπόδιο στην ομαλή ψυχο-συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, είναι οι παρακάτω:

1. Καλλιεργούν την νοοτροπία της «θυματοποίησης»

Κάποιοι γονείς τείνουν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως «θύματα» ατυχών καταστάσεων. Η πεποίθησή τους ότι δεν μπορούν να πετύχουν ή να βρουν την ευτυχία στην ζωή, είναι κάτι που φαίνεται να τους ακολουθεί από τη δική τους παιδική ηλικία κατά τη διάρκεια της οποίας έμαθαν ότι «οι άλλοι άνθρωποι είναι πιο τυχεροί από αυτούς» ή ότι «όταν συμβαίνουν άσχημα πράγματα στην ζωή, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι».

Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί ακόμα να θεωρούν ότι είναι «θύματα» της «κακής» συμπεριφοράς των παιδιών τους, ενώ σε άλλες μπορεί να μην αισθάνονται οι ίδιοι «θύματα», αλλά να ενισχύουν αυτή την νοοτροπία στο παιδί τους.

Ακόμα και αν η λέξη «θύμα» δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ από αυτούς τους γονείς, το παιδί μαθαίνει από μικρό να μην αναλαμβάνει την ευθύνη για όσα σκέφτεται, αισθάνεται και πράττει με αποτέλεσμα να νιώθει ότι δεν ασκεί κανέναν έλεγχο στην καθημερινότητά του και παράλληλα να θεωρεί ότι κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Κάποιες γονεϊκές συμπεριφορές που ενισχύουν την νοοτροπία του θύματος στο παιδί, είναι οι παρακάτω:

  • Αναρωτιόμαστε συχνά γιατί συμβαίνουν τόσο άσχημα πράγματα μόνο σε εμάς και δείχνουμε ότι καθετί που συμβαίνει στην ζωή μας είναι αποτέλεσμα τύχης ή…ατυχίας.
  • Μιλάμε στο παιδί μας εστιάζοντας σε όλα τα ζητήματα που αντιμετωπίζει και όχι στην εύρεση πιθανών λύσεων.
  • Υποτιμάμε τις δεξιότητες του παιδιού εστιάζοντας σε όσα δεν μπορεί να κάνει και όχι σε όσα κάνει.
  • Αρνούμαστε να αφήσουμε το παιδί μας να ζοριστεί για να καταφέρει κάτι και με την πρώτη δυσκολία παρεμβαίνουμε για να το βοηθήσουμε.

Αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά είναι να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε το μερίδιο της πραγματικής ευθύνης που υπάρχει σε κάθε μας επιλογή και παράλληλα να δείχνουμε στο παιδί ότι μπορούμε να ασκήσουμε επιρροή σε όσα συμβαίνουν σε εμάς και γύρω από εμάς μέσα από απλές πράξεις. Μια άλλη σημαντική δεξιότητα που μπορούμε να μάθουμε στο παιδί μας, είναι να αναγνωρίζει και να εκφράζει με ένα υγιή και κοινωνικά αποδεκτό τρόπο τα συναισθήματά του.

Την επόμενη φορά που θα πάρει κάποιος την σειρά μας ή θα δυσαρεστηθούμε από την παροχή κάποιας υπηρεσίας, μπορούμε με ευγενικό τρόπο να εκφράσουμε τον θυμό ή την απογοήτευσή μας, ανάλογα με την περίσταση, δείχνοντας στο παιδί ότι η παθητική συμπεριφορά δεν είναι λύση και ότι τις περισσότερες φορές μια αδικία λύνεται αν υπερασπιστούμε ανοιχτά και με σεβασμό τα δικαιώματά μας.

2. Συμπεριφέρονται με βάση το αίσθημα της ενοχής

Το συναίσθημα της ενοχής είναι χρήσιμο γιατί μας δείχνει πότε οι πράξεις μας αποκλίνουν από τις αξίες μας και μας κινητοποιεί προς την κατεύθυνση μιας θετικής τροποποίησης της συμπεριφοράς μας με σκοπό συνήθως την αποκατάσταση μιας σχέσης. Αρκετοί γονείς όμως, βιώνουν χρόνια αισθήματα ενοχής τα οποία οφείλονται στην πεποίθησή τους ότι οι επιλογές που κάνουν τώρα θα επηρεάσουν με αρνητικό τρόπο την ζωή του παιδιού τους στο μέλλον.

Έρευνες δείχνουν ότι κυρίως οι εργαζόμενες μητέρες είναι πιο πιθανό να βιώσουν χρόνια αισθήματα ενοχής και ανεπάρκειας εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου που περνούν με τα παιδιά τους. Αυτό οφείλεται στην προσπάθειά τους να πετύχουν την «ιδανική» ισορροπία μεταξύ εργασιακής και οικογενειακής ζωής ανταποκρινόμενες στα μη ρεαλιστικά πρότυπα που θέτει η κοινωνία για την σύγχρονη γυναίκα.

Ωστόσο, οι ίδιες έρευνες δείχνουν ότι ο χρόνος που περνά η μητέρα με το παιδί της, δεν έχει τελικά τόσο σημαντική επίδραση στην συμπεριφορά του, στην ψυχο-συναισθηματική του υγεία και στην ακαδημαϊκή του εξέλιξη όσο πιστεύουμε.

Εξαίρεση αποτελεί η περίοδος της εφηβείας κατά τη διάρκεια της οποίας όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνει μια μητέρα στο παιδί της, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να εκδηλώσει παραβατική συμπεριφορά. Ο χρόνος λοιπόν που περνάμε με τα παιδιά μας είναι αναμφίβολα σημαντικός για την υγιή τους ανάπτυξη, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που έχει καθοριστική επίδραση στην ζωή τους είναι η ποιότητα και όχι τόσο η ποσότητα του χρόνου που αφιερώνουμε ως γονείς.

Το να συμπεριφερόμαστε λοιπόν με βάση ένα αδικαιολόγητο αίσθημα ενοχής, μάς ωθεί να υιοθετούμε αυτο-τιμωρητικές συμπεριφορές, να ενδίδουμε στις παράλογες απαιτήσεις του παιδιού μας και να μην οριοθετούμε την συμπεριφορά του. Για να διαπιστώσουμε αν τα αισθήματα ενοχής είναι δικαιολογημένα ή όχι, μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας:

  • Έκανα όντως κάτι που επηρέασε αρνητικά το παιδί μου;
  • Υπάρχει κάτι για το οποίο νιώθω ενοχές και μπορώ να αλλάξω;
  • Τι θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά για να βελτιώσω την σχέση μου με το παιδί μου;

Η ανοχή απέναντι σε ένα δικαιολογημένο συναίσθημα ενοχής, η παραδοχή του λάθους μας και η τροποποίηση της συμπεριφοράς μας με τέτοιο τρόπο που να συμφωνεί με τις αξίες μας, βοηθά το παιδί να διαμορφώσει μια βασική ηθική πυξίδα με βάση την οποία μαθαίνει να διαχειρίζεται με λειτουργικό τρόπο ένα δύσκολο συναίσθημα.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όταν αισθάνεται ενοχή, δεν προσπαθεί να ευχαριστήσει τους άλλους, αλλά είναι σε θέση να λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις ακόμα και όταν οι άλλοι διαφωνούν με αυτές προκειμένου να διαμορφώσει το δικό του σύστημα προσωπικής οριοθέτησης.

3. Συμπεριφέρονται στο παιδί τους σαν να είναι το κέντρο του σύμπαντος

Η μη υγιής διαχείριση της ενοχής, η δύσκολη και γεμάτη στερήσεις δική μας παιδική ηλικία και η πεποίθηση ότι είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, μάς κάνουν πολλές φορές να θεωρούμε ότι «οι καλοί γονείς είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν τα πάντα στα παιδιά τους», να προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε όλες τις απαιτήσεις τους και να τους παρέχουμε πάντα ειδικά προνόμια για να τα κρατάμε ευχαριστημένα. Κάποιες συμπεριφορές που δείχνουν ότι συμπεριφερόμαστε στο παιδί μας σαν να είναι το κέντρο του σύμπαντος, είναι οι παρακάτω:

  • Συνήθως παρατώ ό,τι κάνω για να ασχοληθώ με αυτό που μου ζητά το παιδί μου.
  • Περιμένω από το παιδί μου να τα κάνει όλα «τέλεια».
  • Πιστεύω ότι το παιδί μου χρήζει ειδικής μεταχείρισης.
  • Υπενθυμίζω συνεχώς στο παιδί μου όλους τους τομείς στους οποίους υπερέχει.
  • Είμαι σίγουρος ότι το παιδί μου είναι καλύτερο από τα άλλα στα περισσότερα πράγματα.

Τη δεκαετία του 1990, το ζήτημα της χαμηλής αυτοπεποίθησης των παιδιών συζητιόταν τόσο συχνά όσο συζητιέται τώρα μια πανδημία που απειλεί τη δημόσια υγεία. Ο μόνος τρόπος για να δημιουργηθεί «ανοσία» στον πληθυσμό των παιδιών απέναντι στην προοπτική της απογοήτευσης, της απόρριψης και της έλλειψης πίστης στον εαυτό τους, ήταν να τους «χορηγηθούν» ισχυρές δόσεις τόνωσης της αυτοπεποίθησης μέσα από την συνεχή επιβράβευση και από φράσεις όπως «είσαι ο καλύτερος/η».

Κάπου εκεί όμως χάθηκαν τα όρια μεταξύ της υγιούς αυτοπεποίθησης και του επιβλαβούς ναρκισσισμού. Η σημερινή εποχή των κοινωνικών δικτύων που καθιστά επιτακτική ανάγκη το μοίρασμα των καθημερινών «κατορθωμάτων» ενός παιδιού, έχει ενισχύσει σημαντικά την εντύπωσή ότι ο κόσμος πρέπει όντως να γυρνάει γύρω από αυτό.

Συνεπώς, η ειλικρινής και η ακριβής επιβράβευση δεν δίνεται πλέον τόσο συχνά, ενώ οι κενοί περιεχομένου έπαινοι και τα πολλά (και κάποιες φορές αδικαιολόγητα) βραβεία, χτίζουν έναν επιφανειακό ναρκισσισμό ο οποίος κρύβει έντονη ανασφάλεια στον ψυχισμό του παιδιού. Ποιες είναι όμως οι συνέπειες αυτής της τακτικής στην ψυχο-συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών;

  • Δεν αναπτύσσουν ενσυναισθητικές ικανότητες επειδή το μόνο που έχει αξία για εκείνα είναι τα δικά τους συναισθήματα.
  • Δεν λαμβάνουν ικανοποίηση από το περιβάλλον επειδή οι γονείς τούς τα παρέχουν όλα.
  • Δεν εκτιμούν την αξία της προσπάθειας γιατί καθετί που ζητούν τους δίνεται πολύ εύκολα.
  • Δεν μαθαίνουν να είναι υπομονετικά γιατί ξέρουν ότι οι απαιτήσεις τους ικανοποιούνται άμεσα από τους γονείς.
  • Προκαλούν δυσαρέσκεια στα άτομα με τα οποία συναναστρέφονται γιατί συνήθως εκδηλώνουν μια αυταρχική και ευερέθιστη συμπεριφορά.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά είναι να μην περιμένουμε από το παιδί μας την «τελειότητα» και να το βοηθήσουμε να εστιάσει όχι μόνο στο τι μπορεί να πάρει από τους άλλους, αλλά κυρίως στο τι μπορεί να δώσει. Συγκεκριμένα, θα μπορούσαμε να κάνουμε τα παρακάτω:

  • Να επιβραβεύουμε την συμπονετική συμπεριφορά του παιδιού μας απέναντι στους άλλους.
  • Να επιβραβεύουμε την προσπάθεια που κάνει και όχι το αποτέλεσμα.
  • Να επιβραβεύουμε πιο συχνά όσα χαρακτηριστικά του είναι στον έλεγχό του (π.χ. διάφορες δεξιότητες που αναπτύσσει) και όχι τόσο τα γνωρίσματα της εξωτερικής του εικόνας ή της ιδιοσυγκρασίας του (π.χ. ότι είναι έξυπνο ή όμορφο).

4. Επιτρέπουν στον φόβο να καθορίσει τις επιλογές τους

Η ανατροφή ενός παιδιού είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα και απαιτητικά εγχειρήματα που προκαλεί φόβο, ως ένα βαθμό, σχεδόν σε όλους τους γονείς. Ωστόσο, αρκετοί γονείς, καθοδηγούμενοι από αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα, δεν «αφήνουν» το παιδί τους να μεγαλώσειγίνονται υπερπροστατευτικοί, και το αναθρέφουν σε ένα στείρο και ελεγχόμενο περιβάλλον μέσα στο οποίο δεν καταφέρνει να αναπτύξει πλήρως τις δυνατότητές του και να κάνει λάθη.

Συνεπώς, το παιδί που δεν εκτίθεται ποτέ σε ένα διαφορετικό περιβάλλον από αυτό που μεγαλώνει και παραμένει στον κύκλο προστασίας του γονέα, δεν αναπτύσσει ψυχική ανθεκτικότητα και καταλήγει να συνδέεται με εξαρτημένο τρόπο ακόμα και με άτομα εκτός οικογένειας.

Σχετικά πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι πέρα από την οικονομική δυσχέρεια και το υψηλό κόστος διαβίωσης, περίπου το 25% των νέων μεταξύ 18-34 ετών επιλέγουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στο πατρικό τους σπίτι και στην ασφάλεια του παιδικού τους δωματίου, επειδή δυσκολεύονται να διαχειριστούν το άγχος της ανεξάρτητης ζωής.

Για να μπορέσουμε λοιπόν να διαχειριστούμε το συναίσθημα του φόβου και να ωθήσουμε τα παιδιά μας στην σταδιακή αναζήτηση μιας ολοένα πιο αυτόνομης και ανεξάρτητης ζωής, ας αναρωτηθούμε:

  • Τι θα λέγαμε σε έναν καλό μας φίλο αν είχε αμφιβολίες για το αν είναι ασφαλές να αφήσει το παιδί του να κάνει κάτι;
  • Ποια στοιχεία συνηγορούν υπέρ της επικινδυνότητας ενός εγχειρήματος που θέλει να δοκιμάσει το παιδί μου και ποια κατά;
  • Ποια είναι τα ενδεχόμενα ρίσκα που υπάρχουν όταν δεν επιτρέπουμε στο παιδί μας να δοκιμάσει κάτι καινούργιο;

5. Εκχωρούν υπερβολική δύναμη στο παιδί τους

Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της προσπάθειάς μας να ενδυναμώσουμε το παιδί μας ώστε να παίρνει τις δικές του αποφάσεις και της επιλογής μας να του δίνουμε υπερβολική εξουσία σε ζητήματα που αφορούν κατά κύριο λόγο τους ενήλικες.

Πολλοί γονείς, θέλοντας να επιβάλλουν μια ενήλικη ωριμότητα στα παιδιά τους, τα εμπλέκουν σε δικές τους προσωπικές υποθέσεις (π.χ. διαζύγιο) και προσπαθώντας να αποποιηθούν την ευθύνη μιας επιλογής, ζητούν από εκείνα να πουν την άποψή τους όταν προκύπτει μια κατάσταση κρίσης.

Συνήθως, αυτά τα παιδιά βλέπουν τους γονείς τους ως «φίλους» και όχι ως φιγούρες «εξουσίας», σπάνια ζητούν την άδεια για να κάνουν κάτι, αλλά αντίθετα το ανακοινώνουν, δεν δέχονται εύκολα τους κανόνες και χρησιμοποιούνται συχνά ως «πληροφοριοδότες» ή ως «μοχλοί πίεσης» με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετούν τα συμφέροντα του ενός ή του άλλου γονέα.

Ο εγκέφαλος των παιδιών δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως ώστε να μπορούν να λάβουν αποφάσεις κρίσιμες για την ζωή τους – αυτός είναι ο λόγος που δεν ψηφίζουν, δεν οδηγούν και δεν μπορούν να παρατήσουν το σχολείο πριν φτάσουν σε μια συγκεκριμένη ηλικία.

Όταν λοιπόν τα παιδιά αποκτούν τόση δύναμη απέναντι στους γονείς τους, χάνουν ένα σημαντικό κομμάτι της παιδικής τους ηλικίας και λανθασμένα αρχίζουν να υποθέτουν ότι τα ξέρουν όλα, αφού οι γονείς στηρίζονται σε εκείνα για να διαχειριστούν τα δικά τους συναισθηματικά προβλήματα. Τα παιδιά λοιπόν που αποφασίζουν μόνα τους πότε θα πάνε για ύπνο, σε ποιο μέρος θα πάει η οικογένεια διακοπές και αν πρέπει η μαμά και ο μπαμπάς να χωρίσουν, αντιμετωπίζουν τα παρακάτω προβλήματα:

  • Δεν έχουν επαρκή αυτοέλεγχο με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν προβλήματα με την σωματική τους υγεία.
  • Αντιμετωπίζουν ζητήματα ψυχικής φύσεως – τα παιδιά που αντιλαμβάνονται την ευθραυστότητα της γονεϊκής παντοδυναμίας, αισθάνονται πιο ανασφαλή και είναι αγχώδη.
  • Εκδηλώνουν συχνότερα δύστροπη συμπεριφορά και χαμηλή ακαδημαϊκή επίδοση στο σχολείο.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά για να ενδυναμωθούμε ως γονείς, είναι τα παρακάτω:

  • Θέτουμε εκ νέου τους κανόνες της σχέσης μας με το παιδί διαχωρίζοντας τις ενήλικες συζητήσεις από αυτές που κάνουμε μαζί του.
  • Χρησιμοποιούμε κυρίως λεκτικές ανταμοιβές και όχι υλικά βραβεία για να το επιβραβεύσουμε και του επιτρέπουμε να «απολαύσει» κάποια προνόμια μόνο εφόσον τα έχει κερδίσει.
  • Αποφεύγουμε να ζητάμε την άδειά του για να κάνουμε κάτι, ενθαρρύνοντάς το ωστόσο να εκφράζει την άποψή του κυρίως στα ζητήματα που το αφορούν άμεσα.

Συμπέρασμα

Η ψυχο-συναισθηματική ενδυνάμωση του παιδιού μας μέσα από την βοήθεια και την καθοδήγηση που μπορούμε να του παρέχουμε ως γονείς, είναι σίγουρα ένα ταξίδι και όχι ένας προορισμός. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, ίσως χρειαστεί να ζητήσουμε την βοήθεια ενός ειδικού, θα συναντήσουμε πολλά εμπόδια και θα βιώσουμε σημαντικές απογοητεύσεις μαζί με το παιδί μας.

Αφού υπομείνουμε αυτές τις «κακές» στιγμές όμως μεριμνώντας παράλληλα για τη δική μας ψυχική υγεία, θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε πλήρως κάθε θετική αλλαγή για την οποία έχουμε δουλέψει τόσο σκληρά. Ο απόλυτος στόχος είναι κάποια στιγμή, καθώς το παιδί μας μεγαλώνει, να σταματήσουμε να είμαστε οι γονείς του με την τυπική έννοια του όρου γιατί θα έχουμε μπροστά μας πλέον έναν ώριμο και ανεξάρτητο ενήλικα.

Το πρώτο βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου, είναι να σταματήσουμε να λέμε στο παιδί μας τι να κάνει, και αντ’ αυτού να του ζητάμε να σκεφτεί τι θα έπρεπε να κάνει, να σταματήσουμε να του δίνουμε απαντήσεις και να το ωθήσουμε να τις ανακαλύψει μόνο του. Μόνο έτσι θα μάθει να καθοδηγεί τον εαυτό του, να διαχειρίζεται τα αρνητικά συναισθήματα και να ζει μια ζωή έτσι όπως την έχει επιλέξει.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/

2021-05-07T08:12:51+00:00