Custom Image
Επικοινώνησε μαζί μας : 23310 74073 ,γραμμή 24ωρης λειτουργίας

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης / Όταν η σεξουαλική βία συνεχίζεται online

//Μέσα κοινωνικής δικτύωσης / Όταν η σεξουαλική βία συνεχίζεται online

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης / Όταν η σεξουαλική βία συνεχίζεται online

Η ψηφιακή εποχή έχει προσθέσει νέες, πιο σκοτεινές διαστάσεις στη σεξουαλική βία, ιδίως όταν θύματα και δράστες είναι ανήλικοι. Η κακοποίηση δεν περιορίζεται πλέον στην πράξη, αλλά συνεχίζεται και εντείνεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, όπου φωτογραφίες, βίντεο και αφηγήσεις αποκτούν διάρκεια, κοινό και ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή. Το σεξουαλικό έγκλημα παύει να είναι ιδιωτικό, μετατρέπεται σε δημόσιο γεγονός, σε μια μόνιμη σκιά που συνοδεύει το θύμα στο παρόν και στο μέλλον.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση βιασμού μιας δεκατριάχρονης στη Θεσσαλονίκη από έξι άτομα ηλικίας από 14 μέχρι 19 ετών, που κατέγραψαν και διακίνησαν ψηφιακά το έγκλημα. Οι φερόμενοι ως δράστες κατηγορούνται για τα κατά περίπτωση αδικήματα του βιασμού, γενετήσιων πράξεων με ανήλικους ή ενώπιόν τους, εκδικητικής πορνογραφίας, πορνογραφίας ανηλίκων και παράβασης της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε η ανήλικη, απόσπασμα βιντεοληπτικού υλικού διαμοιράστηκε στο Διαδίκτυο σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ενώ έτερος δεκαεξάχρονος και ο δεκαπεντάχρονος προέβησαν σε γενετήσιες πράξεις με την παθούσα.

Ο βιασμός δεν είναι πράξη σεξουαλικότητας, αλλά έγκλημα εξουσίας και κυριαρχίας· και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν σήμερα νέα πεδία άσκησης αυτής της εξουσίας. Ο βιασμός δεν τελειώνει με την επίθεση, αλλά αποκτά πολλαπλασιαστική ισχύ όταν φωτογραφίες και βίντεο καταγράφονται, αναρτώνται, προωθούνται και αναπαράγονται. Ιδίως στην εφηβεία οι σεξουαλικές επιθέσεις έχουν αυξημένη πιθανότητα να γίνουν viral μέσα σε ένα κλειστό αλλά αδυσώπητα διαφανές περιβάλλον, όπου στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο τίποτα δεν ξεχνιέται και όλα διαδίδονται. Έτσι, το σώμα και η εμπειρία του θύματος μετατρέπονται σε «περιεχόμενο», απογυμνωμένο από αξιοπρέπεια και ανθρωπιά, ενώ το ίδιο το θύμα χάνει κάθε έλεγχο πάνω στην προσωπική του αφήγηση. Στην πράξη, το έγκλημα δεν σταματά ποτέ: Κάθε κοινοποίηση, κάθε σχόλιο, κάθε υπαινιγμός αναβιώνει το τραύμα, στιγματίζει το θύμα, επηρεάζοντας καθοριστικά την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και τη συγκρότηση της ταυτότητάς του.

Θεσμική ανεπάρκεια και ψηφιακή ασυδοσία

Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι αστυνομικές Αρχές καταγράφουν τα τελευταία χρόνια αύξηση των περιστατικών σεξουαλικών εγκλημάτων μεταξύ ανηλίκων, συνδέοντάς τα με την εξάπλωση μιας τοξικής διαδικτυακής κουλτούρας. Οι νέοι εκτίθενται συστηματικά σε σεξουαλικοποιημένο, μισογυνιστικό και βίαιο περιεχόμενο, το οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικοποίησης. Το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις δράστες και θύματα ανήκουν στην ίδια ηλικιακή ομάδα αναδεικνύει τη συλλογική διάσταση της βίας, με πληθώρα ερευνών να αναδεικνύουν και την έμφυλη διάσταση του θέματος. Σύμφωνα με το UN Women, σχεδόν 1 στα 6 έφηβα κορίτσια ηλικίας 15-19 ετών (16%) που έχουν σχέση έχει ήδη κακοποιηθεί σωματικά ή σεξουαλικά από έναν σύντροφο, ενώ 1 στις 10 γυναίκες έχει βιώσει κυβερνο-παρενόχληση από την ηλικία των 15 ετών. Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Forensic and Legal Medicine δείχνει ότι η πλειονότητα των θυμάτων σεξουαλικής βίας που διευκολύνονται μέσω κοινωνικών δικτύων είναι έφηβες ηλικίας 12-19 ετών.

Η σεξουαλική βία κατά ανηλίκων δεν αποτελεί μεμονωμένη εκτροπή ούτε αποτέλεσμα «κακών επιλογών». Είναι η ακραία εκδήλωση βαθύτερων κοινωνικών ανισοτήτων, έμφυλων ιεραρχιών και παγιωμένων αντιλήψεων που διαπερνούν την οικογένεια, το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης και, πλέον, τις ψηφιακές πλατφόρμες. Οι αντιλήψεις για τη συναίνεση, τα όρια και τις έμφυλες σχέσεις διαμορφώνονται όχι μόνο από το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον, αλλά και από αλγόριθμους που ανταμείβουν το ακραίο, το προκλητικό και το βίαιο. Οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν αποτελούν λοιπόν καθρέφτες της κοινωνίας, αντίθετα, παίζουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των συμπεριφορών και των αντιλήψεων, ειδικά των νέων ατόμων.

Με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το τραύμα γίνεται διαρκές

Η έλλειψη ουσιαστικής ρύθμισης, η απουσία συστηματικής εκπαίδευσης γύρω από τη συναίνεση και η μετακύλιση της ευθύνης στους ίδιους τους χρήστες συνθέτουν ένα τοπίο θεσμικής ανεπάρκειας. Η αντιμετώπιση της σεξουαλικής βίας μεταξύ ανηλίκων απαιτεί συντονισμένες, διεπιστημονικές παρεμβάσεις: εκπαίδευση από μικρή ηλικία γύρω από τη συναίνεση και τα όρια, έμφυλη ευαισθητοποίηση, ουσιαστική στήριξη των θυμάτων και πραγματική λογοδοσία των ψηφιακών κολοσσών που αποκομίζουν κέρδη από την ανεξέλεγκτη διάχυση περιεχομένου. Η προστασία των παιδιών είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό διακύβευμα και η ευθύνη βαραίνει όλους: κράτος, θεσμούς, πλατφόρμες και κοινωνία. Η κοινωνική ψυχολόγος Δέσποινα Λιμνιωτάκη μίλησε στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για το φαινόμενο.

Πώς τα κοινωνικά στερεότυπα που αναπαράγονται online ενισχύουν τη σεξουαλική βία και την κανονικοποίησή της μέσα στις σχολικές και κοινωνικές κοινότητες των εφήβων;

Τα κοινωνικά στερεότυπα που αναπαράγονται στα ψηφιακά περιβάλλοντα λειτουργούν ως ένα παράλληλο «εκπαιδευτικό σύστημα» για πολλούς εφήβους. Μέσα από memes, βίντεο, σχόλια και διαδικτυακές κοινότητες μίσους ενισχύονται αφηγήσεις που αντικειμενοποιούν το σώμα και κανονικοποιούν την επιθετικότητα. Αυτό γίνεται πανεύκολα διαδικτυακά πια, μέσα από την ανωνυμία του Διαδικτύου, με τη σεξουαλική παρενόχληση να παρουσιάζεται ως αστείο, τη συναίνεση ως «υπερβολή» και την αυθαίρετη έκθεση του άλλου ως μέσο κοινωνικής επιβεβαίωσης. Τότε η βία παύει να αναγνωρίζεται ως βία και μεταβολίζεται σε σιωπή, ανοχή ή ακόμα και επιβράβευση τέτοιων συμπεριφορών.

Ποιοι είναι οι ψυχολογικοί αντίκτυποι για ένα ανήλικο θύμα όταν η σεξουαλική κακοποίηση καταγράφεται και διακινείται στα κοινωνικά δίκτυα;

Όταν η σεξουαλική κακοποίηση καταγράφεται και διακινείται, το τραύμα δεν περιορίζεται στη στιγμή της βίας, γίνεται διαρκές. Το ανήλικο άτομο βιώνει μια συνεχή επανατραυματοποίηση, καθώς η εικόνα ή το βίντεο λειτουργεί σαν μια «αέναη σκηνή» που δεν μπορεί να ελεγχθεί ή να ανακληθεί. Ψυχολογικά, αυτό συχνά οδηγεί σε συμπτώματα μετατραυματικού στρες, βαθιά ντροπή, διαστρεβλωμένη εικόνα εαυτού, κοινωνική απόσυρση και φόβο έκθεσης. Πολλά ανήλικα θύματα αναπτύσσουν την αίσθηση ότι έχουν χάσει οριστικά το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και στην ασφάλεια, κάτι που επηρεάζει την εμπιστοσύνη τους στις σχέσεις και στην ίδια τους την ταυτότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται και σοβαρός κίνδυνος αυτοκαταστροφικών σκέψεων, ιδιαίτερα όταν το περιβάλλον δεν αναγνωρίζει τη βαρύτητα της εμπειρίας.

Η αντιμετώπιση του τραύματος ανάμεσα σε θύματα που έχουν βιώσει διακίνηση υλικού στα social media και σε εκείνα που δεν έχουν διαφέρει;

Διαφέρει, όχι όμως ως προς την αξία ή τη σοβαρότητα του τραύματος, αλλά ως προς τη δομή και τη διάρκεια της ψυχολογικής επεξεργασίας. Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει διακίνηση υλικού το τραύμα, όσο βαθύ κι αν είναι, μετατρέπεται σταδιακά σε ένα γεγονός του παρελθόντος. Μπορεί να «είναι εκεί», αλλά είναι τοποθετημένο κάπου. Όταν όμως υπάρχει ψηφιακή διάσταση, το τραύμα αποκτά παρόν και μέλλον, είναι παντού, εμφανίζεται σε μια διαρκή λούπα. Η θεραπευτική προσέγγιση χρειάζεται να συμπεριλάβει όχι μόνο την επεξεργασία της κακοποίησης, αλλά και το βίωμα της δημόσιας έκθεσης, της απώλειας ελέγχου και του κοινωνικού βλέμματος. Συχνά απαιτούνται περισσότερος χρόνος, μεγαλύτερη ενίσχυση της αίσθησης ασφάλειας και παράλληλη ψυχοεκπαίδευση της οικογένειας και του σχολικού περιβάλλοντος. Πράγματα, δηλαδή, που δεν έχουμε ακόμα οργανώσει σωστά στην Ελλάδα.

Υπάρχει διαφορά στον τρόπο που βιώνουν τη βία οι έφηβοι, όταν θύματα και δράστες είναι συνομήλικοι, σε σύγκριση με ενήλικους δράστες;

Ενόσω οι έφηβοι βρίσκονται σε μια διαδικασία ανάπτυξης ταυτότητας, ναι, τραυματίζονται με τρόπο που δεν μπορεί πάντα να ομολογηθεί, αναλυθεί ή προστρέξει σε βοήθεια. Οι έφηβοι βασίζονται σ’ εμάς για την κατανόηση του κόσμου γύρω τους και κάθε κρούσμα βίας διαψεύδει οικτρά αυτή την εμπιστοσύνη. Οι ενήλικοι έχουν περισσότερα εργαλεία στη διάθεσή τους για μια τέτοια επεξεργασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η βία δεν είναι για όλους μια παύση των σταθερών, των ελπίδων και της σιγουριάς με τις οποίες χρειάζεται να συνεχίσουμε να κινούμαστε στη ζωή.

Ποιες στρατηγικές υποστήριξης και ψυχολογικής αποκατάστασης θεωρούνται πιο αποτελεσματικές για ανήλικα θύματα σεξουαλικής βίας με ψηφιακή διάσταση;

Η υποστήριξη και η ψυχολογική αποκατάσταση ανήλικων θυμάτων σεξουαλικής βίας με ψηφιακή διάσταση απαιτούν μια προσεκτικά δομημένη προσέγγιση, που δεν περιορίζεται μόνο στο τραυματικό γεγονός, αλλά λαμβάνει υπόψη και τη συνεχιζόμενη διαδικτυακή έκθεση. Καθοριστικό ρόλο παίζει η δημιουργία ενός ασφαλούς θεραπευτικού πλαισίου, όπου το παιδί ή ο έφηβος μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο κριτικής ή αμφισβήτησης, επανακτώντας σταδιακά την αίσθηση ελέγχου που έχει χαθεί. Θέλω να σταθώ στο ότι η αποκατάσταση δεν είναι μια γρήγορη διαδικασία, αλλά μια σταδιακή επανασύνδεση του παιδιού με την αίσθηση αξιοπρέπειας, εμπιστοσύνης και προσωπικής αξίας. Το τελευταίο σημαίνει ότι χρειάζονται επιμονή, παρουσία ειδικών και καλλιέργεια θεραπευτικής σχέσης με το παιδί και το περιβάλλον του.

Υπάρχουν δομές πρόνοιας στις οποίες ένα θύμα μπορεί να απευθυνθεί;

Δυστυχώς, παρόλο που η Ελλάδα έχει θεσπίσει ένα πλαίσιο υποστήριξης και δικαιωμάτων για τα θύματα, η εμπειρία πρόσβασης σε αυτές τις υπηρεσίες μπορεί να είναι πολύπλοκη και συχνά οι ανάγκες για συνεχή, εξειδικευμένη ψυχολογική θεραπεία υπερβαίνουν τις τρέχουσες δυνατότητες των δομών. Αυτό πρέπει να κρατήσουμε ως υπενθύμιση προκειμένου να βελτιωθούμε.

Πηγή αναδημοσίευσης: https://www.avgi.gr/

2026-01-07T12:31:50+00:00
Σύλλογος Κοινωνικής Παρέμβασης «ΕΡΑΣΜΟΣ»

Μετάβαση στο περιεχόμενο