Μάθηση & Συναίσθημα. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

//Μάθηση & Συναίσθημα. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

Μάθηση & Συναίσθημα. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

μητέρα μαθαίνει στο παιδί της τη μάθηση και το συναίσθημα

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε ως γονείς και ως εκπαιδευτικοί τη διαδικασία με την οποία τα παιδιά κατακτούν τη γνώση, πρέπει να κατανοήσουμε αρχικά τη λειτουργία ενός ενδογενούς μηχανισμού, ο οποίος είναι ο μηχανισμός της μάθησης


Γράφει η Άννα Ντάντσενκο, Ψυχολόγος Ειδικής Αγωγής – Msc παιδοψυχολογίας

Αυτό που τόσο συχνά ακούμε και χρησιμοποιούμε ως έννοια, είναι ένα σύνθετο και διαρκές ταξίδι, μια πολύπλοκη βιολογική διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος εξελίσσεται και αναπτύσσει όλες εκείνες τις δεξιότητες και ικανότητες που του είναι απαραίτητες για την επιβίωση του.

Είναι ένα εσωτερικό βιολογικό και πνευματικό φαινόμενο το οποίο έχει μελετηθεί από διάφορες ειδικότητες και επιστημονικούς κλάδους. Οι διαδικασίες της είναι τόσο ποικίλες και σύνθετες, που η ένταξή της σε μία και μόνο κατηγορία δεν μπορεί να γίνει. Παρά τις πολλές θεωρίες για τη μάθηση που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς (Pavlov – δημιουργία υποκατάστατων αντανακλαστικών, Thorndike – μάθηση μέσω δοκιμής και πλάνης, Skinner- θετική ενίσχυση μίας αντίδρασης, Bandura – μίμηση προτύπου και κοινωνική μάθηση και άλλες πολλές θεωρίες από τους Neisser, Rogers, Maslow, Seymour) δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός που να καλύπτει την έννοια της μάθησης και υπάρχει μεγάλη διάσταση απόψεων.

Μία περιγραφή ωστόσο που είναι αρκετά ικανοποιητική και κατανοητή είναι του Χαραλαμπόπουλου (2001), σύμφωνα με την οποία, η μάθηση είναι φαινόμενο που περιλαμβάνει διαδικασίες τόσο σε βιολογικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο. Ως βιολογική διαδικασία, η μάθηση παρατηρείται και στα ζώα και στους ανθρώπους και είναι αποτέλεσμα μακραίωνης άσκησης, επανάληψης και εθισμού.

Ως πνευματική διαδικασία η μάθηση παρατηρείται μόνο στον άνθρωπο, κατευθύνεται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο και εκδηλώνεται στη συμπεριφορά του. Η μάθηση δεν είναι κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί στην ολότητα της άμεσα. Μόνο το αποτέλεσμα της μπορεί να γίνει αντιληπτό.

Τα συναισθήματα από την άλλη είναι επίσης μία πνευματική διαδικασία, η οποία ακόμα πιο δύσκολα μπορεί να μπει στα όρια μια συγκεκριμένης περιγραφής. Αυτό συμβαίνει επειδή τα συναισθήματα είναι μία προσωπική εμπειρία, πολύ δύσκολα μετρήσιμη και ως εκ τούτου είναι μία λέξη που χρησιμοποιούμε με ετερογενή τρόπο και όχι πάντα συγκεκριμένο.

Παρόλα αυτά, από την πλευρά των νευροεπιστημών, «τα συναισθήματα είναι ένα σύνολο γνωστικών, σωματικών, συνειδησιακών και κινητικών αλλαγών που γεννιούνται από την αξιολόγηση (συνειδητή ή ασυνείδητη) ενός ερεθίσματος, μέσα σε ένα καθορισμένο πλαίσιο και σε σχέση με τους στόχους ενός ατόμου σε μία συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του» (Cotrufo & Bares 2018).

Καθώς λοιπόν μιλάμε για δύο βιολογικές κυρίως λειτουργίες του ανθρώπου, θα ήταν λογικό να αναρωτηθούμε πώς και εάν η μία επηρεάζει την άλλη και με ποιό τρόπο. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε αντιληφθεί το συσχετισμό των δύο αυτών πνευματικών φαινομένων και έτσι, για παράδειγμα, υποτιμάμε το γεγονός πολλές φορές ότι ένα παιδί με υψηλά επίπεδα άγχους ή /και θυμού, θα έχει πολύ πιθανόν δυσκολίες και στο μηχανισμό μάθησης και κατ’ επέκταση στη σχολική επίδοση.

Οι εξελίξεις στο χώρο των νευροεπιστημών δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης πάνω σε αυτό το θέμα καθώς έχουν δείξει με απεικονιστικό τρόπο ότι τόσο το συναίσθημα όσο και η μάθηση είναι αλληλοεξαρτώμενες και αλληλένδετες διαδικασίες του εγκεφάλου. Για την ακρίβεια, στο συγκεκριμένο άρθρο, δίνεται έμφαση στο πόσο και αν μπορούν τα συναισθήματα μας να επηρέαζουν την ποιότητα και την ποσότητα όσων μαθαίνουμε.

Στο βιβλίο «Συγκέντρωση», της Petra Thorbritz (2009), επισημαίνει ότι τα θετικά συναισθήματα κατά τη διαδικασία της μάθησης δίνουν κίνητρο στο άτομο για μάθηση καθώς «ο εγκέφαλος του ατόμου ενεργοποιείται μέσω του ενδογενούς συστήματος επιβράβευσης» και ότι «αυτή η διεργασία προκαλεί τη διάθεση για διαρκώς καινούρια μάθηση». Αλλά και τα αρνητικά συναισθήματα, όπως ο φόβος και το στρες, μπλοκάρουν κάθε προσπάθεια σκέψης».

Αντίστοιχα, οι Mayer και Salovey (1997) γράφουν για τη σύνδεση μεταξύ συναισθήματος και μάθησης. «Τα θετικά συναισθήματα μπορούν να τροποποιήσουν την οργάνωση της μνήμης έτσι ώστε το γνωσιακό υλικό είναι καλύτερα ενωμένα και οι ποικίλες ιδέες μοιάζουν πιο σχετικές». Οι συναισθηματικές μας ικανότητες δεν είναι μόνο ικανές για επιτακτική ορθολογική σκέψη, αλλά επίσης πυροδοτούν εγγενή ένστικτα επιβίωσης. Από την άλλη, ο Beck (1976) υποστήριξε ότι οι συναισθηματικές διαταραχές είναι αποτέλεσμα λανθασμένης μάθησης και εσφαλμένων συμπερασμάτων στα οποία έχει καταλήξει το άτομο.

Το λογικό ερώτημα που προκύπτει από όλα τα παραπάνω, είναι «πως μπορούμε να αξιοποιήσουμε τα συναισθήματα των παιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία και αντίστροφα, πως μπορούμε να τα προστατέψουμε από αρνητικά συναισθήματα, έτσι ώστε να αυξήσουμε τα κίνητρά τους για μάθηση, να ενδυναμώσουμε τη μνήμη τους και να τα κάνουμε ευτυχισμένα και ενεργά μέλη της κοινωνίας μας.

Συναισθηματικές δυσλειτουργίες και μαθησιακές διαταραχές

Σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούμε στη φυσιολογία των μαθησιακών δυσκολιών που τα τελευταία χρόνια απασχολούν έντονα παιδαγωγούς και ειδικούς της ψυχικής υγείας των παιδιών με την πολυπλοκότητά τους και την όλο και συχνότερη διάγνωση τους. Έχοντας εξετάσει την λειτουργία τους εγκεφάλου και τη σχέση των συναισθημάτων με τη μάθηση, η προσέγγιση των μαθησιακών δυκολιών από την οπτική των νευροεπιστημών θα ολοκλήρωνε το θέμα του συγκεκριμένου άρθρου.

Είναι γεγονός πως υπάρχει ισχυρή σχέση μεταξύ εγκεφαλικής δυσλειτουργίας και μαθησιακών δυσκολιών. Επιπλέον, έχει αποδειχτεί ότι τα νευροφυσιολογικα πρότυπα και ελλείμματα που χαρακτηρίζουν τις Μαθησιακές Δυσκολίες είναι ενδεικτικά σε ποικίλες παιδιατρικές νευρολογικές διαταραχές όπως είναι το σύνδρομο Άσπεργκερ, σύνδρομο William κ,ά. (Rourke,2005).

Με τον όρο Μαθησιακές Δυσκολίες αναφερόμαστε σε μια ανομοιογενή ομάδα διαταραχών, οι οποίες εκδηλώνονται με σημαντικές δυσκολίες στην πρόσκτηση και χρήση ικανοτήτων ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, συλλογισμού ή μαθηματικής ικανότητας. (Είναι πιθανό μαζί με τις Μαθησιακές Δυσκολίες να συνυπάρχουν δυσκολίες αυτορρύθμισης της συμπεριφοράς, κοινωνικής αλληλεπίδρασης και κοινωνικής αντίληψης, τα οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι από μόνα τους δεν προσδιορίζουν μια Μαθησιακή Δυσκολία. Δεν θα πρέπει να συνδέονται οι Μαθησιακές Δυσκολίες με τη χαμηλή νοημοσύνη),

Ο ρόλος του γονέα στη μαθησιακή ανάπτυξη του παιδιού

Χωρίς να έχουμε τη διάθεση να ενοχοποιήσουμε τους γονείς, απλά και μόνο για να τονίσουμε τη σημαντικότητα του ρόλου τους στη μαθησιακή ανάπτυξη του παιδιού, αξίζει να αναφερθούμε στις σχέσεις προσκόλλησης. Οι υγιείς σχέσεις προσκόλλησης που δημιουργούνται κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου προωθούν τη μάθηση και επαναλαμβάνουν καλές εμπειρίες.

Ένας γονιός αντανακλά ένα καλά οργανωμένο παιδικό μυαλό. Το αποτέλεσμα είναι να αναπτυχθεί ένα άτομο με δυνατή την αίσθηση του εαυτού και οργανισμού. Παιδιά τα οποία έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες και γεγονότα μπορούν να το συγκρατήσουν στη διαδικαστική (μακρόχρονη) μνήμη. Οι αναμνήσεις αυτές δε θα ανακαλούνται με λέξεις αλλά συγκρατούνται στην μνήμη του σώματος.

Οι μελέτες δείχνουν λοιπόν ότι, λόγω της συμβολικής τους λειτουργίας, το διάβασμα, το γράψιμο και τα μαθηματικά μπορούν να γίνουν η αρένα για την έκφραση των συναισθηματικών δυσκολιών για τα ανασφαλή παιδιά. Η μάθηση λοιπόν ξεκινάει εντός της πρώτης σχέσης με το τον ενήλικα που φροντίζει το παιδί και οι ασυνείδητες φαντασιώσεις αναδύονται από τις βρεφικές εμπειρίες. Όμως, το να αναλύσουμε εκτενέστερα τις σχέσεις προσκόλλησης δεν είναι σκοπός του παρόντος άρθρου και για το λόγο αυτό παραπέμπουμε τους αναγνώστες σε άλλα άρθρα σχετικής θεματολογίας.

Μάθηση βασισμένη στο συναίσθημα

Άρα λοιπόν, ξέρουμε ότι η μάθηση είναι ως γνωστική λειτουργία εμπλέκει διαδικασίες όπως η μνήμη, η προσοχή, η αντίληψη, η γλώσσα, η επίλυση προβλημάτων κ.ά. Η συναισθηματική κατάσταση τις επηρεάζει όλες. Η προσοχή και η αντίληψη (λειτουργίες σούπερ βασικές για τη μαθησιακή διαδικασία) ρυθμίζονται και οι δυο από το συναίσθημα. Το περιβάλλον μίας σχολικής αίθουσας και τα συναισθήματα μαθητών παίζουν σημαντικό ρόλο στη μαθησιακή ικανότητα.

Οι εμπειρίες παράγουν συναισθήματα, τα οποία φέρνουν σχετικότητα και νόημα στους μαθητές (Gerry M. Madrazzo Jr., & La Moine L. Montz, 2005). Οι εγκέφαλοί μας συνεχώς προσπαθούν να κάνουν συνδέσεις μεταξύ νόησης και συναισθήματος. «Το συναισθηματικό μας σύστημα καθοδηγεί την προσοχή μας, η οποία καθοδηγεί τη μάθηση και τη μνήμη και οτιδήποτε άλλο κάνουμε. Είναι βιολογικά αδύνατο, να μάθουμε και να θυμόμαστε κάτι στο οποίο δε δίνουμε σημασία και προσοχή. Το συναισθηματικό μας σύστημα μας λέει τι είναι σημαντικό και αν αξίζει να δώσουμε ενέργεια και προσπάθεια σε αυτό ( D.J Connell, 2009).

Το αντίστροφο σκέλος όσων έχουν ειπωθεί έως τώρα, είναι πως τα αρνητικά συναισθήματα αναστέλλουν τη μαθησιακή διαδικασία. H Thornbritz (2009), στο βιβλίο «Συγκέντρωση» αναφέρει ότι «σε καταστάσεις στρες, μέσα από μία σύνθετη βιολογική διεργασία, παράγεται κορτιζόνη ο σκοπός της οποίας είναι να ανεβάσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και έτσι να τροφοδοτήσουν τους μυς με ενέργεια.

Η αντίδρασή του οργανισμού μας στο στρες είναι η πάλη ή η φυγή. Το αποτέλεσμα του μακροχρόνιου στρες λοιπόν είναι η φθορά των κυττάρων στον ιππόκαμπο (μία δομή μέσα στον εγκέφαλό μας άμεσα σχετιζόμενο με την μάθηση) και η υψηλή συγκέντρωση της χημικής αυτής ουσίας μειώνει την προσπάθεια αποθήκευσης πληροφοριών.

Στο δια ταύτα, Τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιώσουμε τη μαθησιακή διαδικασία των παιδιών μας

  • Ως γονείς, οφείλουμε να είμαστε πιο υποστηρικτικοί και να εστιάζουμε στην προσπάθεια των παιδιών μας και όχι στο αποτέλεσμα. Η μάθηση πρέπει να είναι χαρά και να έχει ένα νοημα για τα παιδιά. Το να τα επικρίνουμε, να απαιτούμε την τελειότητα, να είμαστε αυστηροί με τα λάθη τους και να αγνοούμε τα αναπτυξιακά τους ορόσημα, δημιουργεί στα παιδιά ανασφάλεια, στρες, ματαίωση, απογοήτευση και αισθήματα απόρριψης. Όχι και τόσο ευχάριστα συναισθήματα, τα οποία αν κυριαρχούν οδηγούν στη μειωμένη διάθεση και κίνητρο για τη μαθησιακή διαδικασία.
  • Ως εκπαιδευτικοί, θα βοηθούσε πολύ τα παιδιά αν δημιουργούσαμε μία ατμόσφαιρα ώστε να νιώθουν άνετα στην τάξη, η μάθηση να είναι ένα ευχάριστο βίωμα και μία ευχάριστη εμπειρία, να νιώθουν αποδεκτά και ικανά, να έχουν τους εκπαιδευτικούς ως πρότυπα (και όχι αυστηρούς και τρομακτικούς ελεγκτές). Η θετική ενίσχυση, η ενθάρρυνση για έκφραση και αποδοχή των συναισθημάτων των παιδιών θα καθιστούσε αυτόματα το σχολικό περιβάλλον ως ένα ασφαλές περιβάλλον. Η διόρθωση των λαθών να γίνεται με τρόπο ήπιο και τρυφερό και ταυτόχρονα η απενεχοποίηση των λαθών θα δημιουργούσε στα παιδιά την ανάγκη να προσπαθούν ξανά και ξανά και να αγαπούν αυτό που κάνουν. Στη κορυφή όλων αυτών είναι το γεγονός ότι όλα τα παιδιά είναι μοναδικά (με τους δικούς τους ρυθμούς και ανάγκες) και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται από τους εκπαιδευτικούς τους.

Σίγουρα υπάρχουν πολλά περισσότερα που μπορούμε να προτείνουμε σε γονείς και εκπαιδευτικούς ώστε να βοηθήσουν τα παιδιά τους να αγαπήσουν και να αναπτύξουν την μαθησιακή τους ικανότητα, η κατανόηση όμως ότι όσο η μάθηση έχει ένα νόημα και εμπεριέχει χάρα, είναι μία καλή αρχή!

Πηγή αναδημοσίευσης: https://www.psychologynow.gr/

2022-06-28T09:53:22+00:00