Σεξουαλική Κακοποίηση Μέσω Εικόνας: Μια Σύγχρονη Μορφή Έμφυλης Βίας!

//Σεξουαλική Κακοποίηση Μέσω Εικόνας: Μια Σύγχρονη Μορφή Έμφυλης Βίας!

Σεξουαλική Κακοποίηση Μέσω Εικόνας: Μια Σύγχρονη Μορφή Έμφυλης Βίας!

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που δεν διαθέτουν συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση ή τον ποινικό κολασμό της έμφυλης βίας, στο Διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Είναι αναγκαίο να ορίσουμε τι είναι η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας ή η έμφυλη βία στο Διαδίκτυο; Η απάντηση προκύπτει αυτονόητα αν ρίξουμε μια γρήγορη ματιά σε χυδαίες δημοσιεύσεις, αναρτήσεις, φωτογραφίες και βίντεο σε εφημερίδες ταμπλόιντ, ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου συστηματικά διαπομπεύονται, λοιδορούνται και στιγματίζονται γυναίκες και θηλυκότητες που δεν υποτάσσονται στους πατριαρχικούς κανόνες πειθάρχησης και ελέγχου της συμπεριφοράς, της έκφρασης της σεξουαλικότητας και εντέλει της ύπαρξής μας. Ο ορισμός λοιπόν είναι αναγκαίος διότι το εγκληματικό αυτό φαινόμενο σηματοδοτεί μια μισογυνική καθημερινότητα που βιώνουν εκατομμύρια γυναίκες και θηλυκότητες όλων των ηλικιών σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι αναγκαίος, επιπλέον, για να αντιμετωπιστεί ο εκτεταμένος αντίκτυπος αυτών των πράξεων και να πάψει η διαρκής μετάδοση και επαναληπτικότητά τους, που η χρήση των σύγχρονων ψηφιακών μέσων επιτρέπει: Για να δημοσιοποιηθούν, ευρέως, η έκταση και οι συνέπειες στις ζωές των γυναικών/θηλυκοτήτων και για να απαιτήσουμε την εισαγωγή της στον ποινικό κώδικα.

Το εγκληματικό αυτό φαινόμενο αρχικά ονομάστηκε «εκδικητική πορνογραφία» (revenge porn) και ορίστηκε ως «μη συναινετική πορνογραφία» (non-consensual pornography) που περιλαμβάνει τη διαδικτυακή προβολή σεξουαλικών φωτογραφιών με γραφικά ή βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου που εμφανίζεται στις εικόνες. Το υλικό μπορεί να αποκτηθεί με υποκλοπή και οι δράστες είναι συνήθως, αλλά όχι πάντα, πρώην σύντροφοι που στόχος τους είναι η δημόσια έκθεση και ταπείνωση των θυμάτων. Ωστόσο, ο όρος αυτός δεν περιγράφει επαρκώς τις ενέργειες για τις οποίες χρησιμοποιείται και δεν αποδίδει την έκταση της βλάβης που προκαλείται στα άτομα που την υφίστανται. Επιπλέον οι νόμοι που προβλέπουν το αδίκημα παρέχουν περιορισμένες δυνατότητες αποζημίωσης ή αποκατάστασης, με αποτέλεσμα το υλικό της υποκλοπής να παραμένει αναρτημένο σε αναρίθμητες ιστοσελίδες χωρίς το θύμα να μπορεί να κάνει κάτι για την απόσυρσή του, ενώ την ίδια στιγμή μπορεί να μετασχηματιστεί σε εμπόρευμα προς πώληση με πολύ υψηλά κέρδη.

Το 2017, σε μελέτη του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων για τη διαδικτυακή βία σε βάρος γυναικών και κοριτσιών, προσδιορίστηκαν κάποιες βασικές μορφές διαδικτυακής βίας που εκτός από την εκδικητική πορνογραφία περιλαμβάνουν τη διαδικτυακή καταδίωξη, τον σεξουαλικό εκβιασμό, τη διαρροή προσωπικών πληροφοριών και δεδομένων και την ηλεκτρονικά προωθούμενη εμπορία ανθρώπων.

Ο πιο σύγχρονος και συμπεριληπτικός όρος που έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι τώρα είναι η «σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας» (image-based sexual abuse) που προτάθηκε από τις McGlynn & Rackley, οι οποίες θεωρούν ότι ο όρος «εκδικητική πορνογραφία» αποτελεί μόνο μία από τις εκφράσεις αυτής της μορφής έμφυλης κακοποίησης. Υποστηρίζουν δηλαδή ότι η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας είναι ένα συνεχές, ένα φάσμα, στο οποίο εντάσσονται πολλές και διαφορετικές μορφές κακοποίησης. Η έννοια του συνεχούς της σεξουαλικής βίας αναπτύχθηκε για να εξηγηθεί η διασύνδεση μεταξύ των διαφορετικών μορφών σεξουαλικής βίας, αλλά κυρίως για να αμφισβητηθεί η αντίληψη ότι υπάρχει κάποιου είδους ιεράρχηση των διαφορετικών σεξουαλικών αδικημάτων (Kelly, 1988). Διότι ανεξάρτητα από την ποικιλία και το πλήθος των τακτικών και μέσων που χρησιμοποιούν οι κακοποιητές, ο στόχος παραμένει κοινός: Διασυρμός, εκδίκηση, απειλή, πρόκληση φόβου, εκμετάλλευση οικονομική και σεξουαλική, ή ακόμα και ενθάρρυνση μαζικών επιθέσεων και κακόβουλων πράξεων εναντίον των γυναικών.

Ερευνητικά δεδομένα και έκταση του φαινομένου

Η διαδικτυακή βία σε βάρος των γυναικών και θηλυκοτήτων δεν είναι πλήρως κατανοητή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της ελλιπούς καταγραφής των περιστατικών και της περιορισμένης αναμέτρησης με τη σοβαρότητα του φαινομένου. Με βάση τα αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής έρευνας του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, γνωρίζουμε ότι:

  • Η σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών περιλαμβάνει τη χρήση νέων τεχνολογιών, του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
  • Μία στις δέκα γυναίκες (11%) έχει δεχτεί ανάρμοστες προ­τάσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή ανε­πιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα ή SMS σεξουαλι­κού περιεχομένου.
  • 23% των θυμάτων παρενοχλητικής παρακολούθησης αναγκάστηκαν να αλλάξουν ηλεκτρονική διεύθυνση ή αριθμό τηλεφώνου εξαιτίας της σοβαρότητας του περιστατικού της παρενοχλητικής παρακολούθησης.

Επίσης γνωρίζουμε ότι οι συνέπειες της διαδικτυακής βίας σε βάρος των γυναικών είναι το ίδιο καταστροφικές με αυτές της σωματικής βίας και έχει σοβαρότατες αρνητικές επιπτώσεις στην ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, και σε άλλα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών. Κάποια ενδεικτικά στοιχεία μας δίνουν ένα αρχικό στίγμα για την έκταση του φαινομένου:

  • Στην Ευρώπη, εννιά εκατομμύρια κορίτσια έχουν βιώσει κάποια μορφή διαδικτυακής βίας μέχρι την ηλικία των 15 ετών, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο, οι γυναίκες έχουν 27% περισσότερες πιθανότητες να παρενοχληθούν διαδικτυακά. Παρ’ όλα αυτά, από τις 86 χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, μόνο το 26% λάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα αποτροπής του εγκλήματος.
  • Σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ, 73% των γυναικών ανέφεραν ότι βίωσαν διαδικτυακή κακοποίηση, ενώ περίπου εννέα εκατ. γυναίκες (18% όσων κακοποιήθηκαν διαδικτυακά) έχουν βιώσει πολύ σοβαρές μορφές διαδικτυακής κακοποίησης.
  • 93% των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας αναφέρουν ότι έχουν βιώσει πολύ έντονο συναισθηματικό στρες ή δυσφορία επειδή είναι θύματα.
  • Επίσης, ένα στα πέντε άτομα εφηβικής ηλικίας στην Ευρώπη βιώνει διαδικτυακό εκφοβισμό, με τα κορίτσια να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τα αγόρια (23,9% έναντι 18,5%).

Νομοθεσία ή ποινική απαξία;

Οι διαφορετικές μορφές διαδικτυακής βίας ή σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας δεν διώκονται ποινικά ως μορφές έμφυλης και δεν θεωρούνται αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και διεθνώς. Σχετική νομοθεσία σε διεθνές επίπεδο έχουν η Αυστραλία (Βικτώρια), η Ιαπωνία, το Ισραήλ, ο Καναδάς και περισσότερες από 30 πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ σε αρκετές χώρες έχει αρχίσει η διαβούλευση για την αναμόρφωση της νομοθεσίας (π.χ. Ισλανδία, Νότια Αφρική κ.λπ.). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εξαίρεση αποτελούν το Βέλγιο, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία και η Μάλτα, ενώ στην Ιρλανδία και στη Σλοβενία έχουν ξεκινήσει προσπάθειες για την αναμόρφωση του ποινικού δικαίου.

Η ανεπαρκής ανταπόκριση της ποινικής δικαιοσύνης οφείλεται σε μια σειρά λόγους. Καταρχάς, στην εσφαλμένη διάκριση μεταξύ της έμφυλης βίας που ασκείται στο Διαδίκτυο και αυτής που ασκείται εκτός Διαδικτύου – στην πραγματική ζωή. Κατά δεύτερον, στο γεγονός ότι οι αστυνομικές Αρχές υποβαθμίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις αυτών των μορφών βίας κατά των γυναικών, θεωρώντας τις εμπειρίες των επιζωσών «μεμονωμένα περιστατικά». Οφείλεται επίσης στις πατριαρχικές και στερεοτυπικές αντιλήψεις για το φύλο και την έμφυλη βία με βάση τις οποίες οι γυναίκες προτρέπονται να αγνοούν τις συνέπειες της παρενόχλησης ή των χυδαίων σχολίων, αναρτήσεων, μηνυμάτων ή τηλεφωνημάτων, να μην παίρνουν στα σοβαρά τη διαδικτυακή σεξουαλική κακοποίηση και να την αντιμετωπίζουν «με χιούμορ ή χαλαρότητα». Μάλιστα, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στον δημόσιο λόγο και στα ΜΜΕ, οι εμπειρίες των γυναικών συστηματικά υποβαθμίζονται ή γελοιοποιούνται. Έτσι, όχι μόνο υποτιμούνται οι επιπτώσεις του φαινομένου στα δικαιώματα και στις ζωές των γυναικών και των θηλυκοτήτων, αλλά κυρίως αγνοείται πως εκτός από το συναισθηματικό άλγος, την κατάθλιψη, την κοινωνική απομόνωση και τον στιγματισμό, τα θύματα της σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας συχνά οδηγούνται σε αυτοκτονία. Σπανίως δε, θίγεται το ζήτημα της συναίνεσης της γυναίκας.

Νομικά εργαλεία και πολιτική βούληση

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που δεν διαθέτουν συγκεκριμένο ή ειδικό νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση ή τον ποινικό κολασμό της έμφυλης βίας στο Διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στόχος της όποιας νομοθετικής ρύθμισης θα πρέπει, εκτός των άλλων, να είναι η αντιμετώπιση του πραγματικού ή δυνητικού αντίκτυπου των κακόβουλων και κακοποιητικών σεξουαλικών λόγων, εικόνων, βίντεο ή/και πράξεων.

Αξιοποιώντας ισχύοντες νόμους, θα μπορούσε η κυβέρνηση να εξειδικεύσει το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο προκειμένου να καλύψει και αυτές τις μορφές έμφυλης βίας, με σχετικές διατάξεις ή τροποποιήσεις στον ποινικό κώδικα. Για παράδειγμα, μπορεί να αξιοποιηθεί η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (Ν. 4531/ 2018), η οποία δεν ορίζει τη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας ως διακριτή μορφή έμφυλης βίας, αλλά περιλαμβάνει σειρά άρθρων που μπορούν να εφαρμοστούν και σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ένα άλλο θεσμικό εργαλείο που μπορεί να αξιοποιηθεί είναι η Σύσταση CM/Rec (2019) 1 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση του σεξισμού, σύμφωνα με την οποία η σεξιστική κατάχρηση των κοινωνικών μέσων και η ανάρτηση οπτικού υλικού προσωπικών στιγμών χωρίς τη συγκατάθεση των εικονιζόμενων, αποτελούν μορφή σεξιστικής βίας, που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα με νομοθετικά μέτρα που θα ποινικοποιούν τα περιστατικά σεξιστικής ρητορικής μίσους και θα ισχύουν για όλα τα ΜΜΕ, το Διαδίκτυο και τα νέα μέσα. Παράλληλα μπορεί να αξιοποιηθεί και να εξειδικευτεί η υφιστάμενη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προβλέποντας συγκεκριμένες ποινικές κυρώσεις.

Εκτός από τις νομοθετικές ρυθμίσεις, όμως, είναι αναγκαίο να απαιτήσουμε μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική ορατότητα όλων των μορφών της σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας που εμπίπτουν στο φάσμα της έμφυλης βίας στο Διαδίκτυο η οποία και στη χώρα μας αντιμετωπίζεται με ποινική απαξία. Γνωρίζοντας, παράλληλα, ότι η νομοθεσία αποτελεί ένα αναγκαίο πλαίσιο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και την απόδοση δικαιοσύνης, αλλά όχι ικανό για να ανατραπούν οι δομικές ανισότητες του πατριαρχικού και καπιταλιστικού συστήματος.

Πηγή: https://www.vice.com/

2020-09-17T09:25:16+00:00