Η συνάντηση με τους «κακούς» άλλους ως ευκαιρία για τη δημιουργική απόληξη ενός ελεύθερου εαυτού

//Η συνάντηση με τους «κακούς» άλλους ως ευκαιρία για τη δημιουργική απόληξη ενός ελεύθερου εαυτού

Η συνάντηση με τους «κακούς» άλλους ως ευκαιρία για τη δημιουργική απόληξη ενός ελεύθερου εαυτού

Απατόμαστε αν νομίζουμε ότι κάνουμε ψυχοθεραπεία για να διαχειριστούμε εκείνους που δεν πάνε στον ψυχολόγο. Αντιθέτως, χρειάζεται να τους ευγνωμονούμε γιατί εκείνοι φωτίζουν τα τυφλά σημεία μας και μας δίνουν μία μοναδική βιωματική ευκαιρία: την ελευθερία να επαναεπινοήσουμε τον εαυτό μας και να τον προβάλλουμε στο μέλλον.


Η ψυχοθεραπευτική διεργασία ως μία προσωπική αυτό-ανακάλυψη και αυτό-αποκάλυψη, μας παρέχει τη δυνατότητα να διακρίνουμε τη δυναμική μας, να γνωρίσουμε τον μύχιο εαυτό μας και να μάθουμε να σχετιζόμαστε λειτουργικά με τον κόσμο γύρω μας.

Πολλοί άνθρωποι προσέρχονται στην ψυχοθεραπεία για να διαχειριστούν, να αντιμετωπίσουν και, ως τελική προσδοκία, να επιλύσουν προβλήματα που παρουσιάζονται στις σχέσεις τους με τον εαυτό τους, τους συντρόφους τους, τους συνεργάτες, τους φίλους και γενικότερα να υποστηρίξουν και να σταθεροποιήσουν τη θέση τους στο κοινωνικό περιβάλλον. Οι σχέσεις είναι το βασικό συστατικό της ζωής και όλοι μας επιδιώκουμε να βρισκόμαστε σε λειτουργικές, υγιείς και φροντιστικές σχέσεις που αναβλύζουν αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.

Όμως οι σχέσεις δεν λειτουργούν αυτόματα βάζοντας ένα κέρμα στη σχισμή του μηχανήματος της ζωής και επιλέγοντας τη σχέση που θέλουμε να έχουμε στη ζωή μας. Η αναζήτηση της λειτουργικής σχέσης, είναι πρωταρχικά μία εσωτερική αναζήτηση, όπου το αποτέλεσμά της θα αποτυπωθεί στη σχέση. Οι σχέσεις επομένως αποτελούνται από τα προσωπικά συστατικά που πηγάζουν από το κάθε μέρος της σχέσης ξεχωριστά.

Αυτά τα στοιχεία, απηχούν τις εσωτερικευμένες ψυχολογικές λειτουργίες του κάθε προσώπου τα οποία φέρνει στη σχέση και τη σχηματίζει. Οι άνθρωποι που εκφράζουν στη σχέση εμπιστοσύνη, σεβασμό και όλα τα άλλα ευγενή στοιχεία, προσδοκούν ότι και οι άλλοι άνθρωποι a priori θα τους φέρονται με τον ίδιο τρόπο καθώς πιστεύουν ότι καθρεφτίζονται στα ίδια αξιακά στοιχεία.

Η ζωή όμως δεν είναι μόνο καλοσύνη ή ευγένεια, υπάρχει πάντα και τα αντίθετα, η κακία και η αγένεια. Αυτά τα συστατικά έχουν μία υποκειμενική ερμηνεία και αφετηρία, για αυτό άλλωστε και δημιουργούνται επικοινωνιακά προβλήματα. Θα ήταν ιδανικό να μας φέρονται οι άλλοι με τον ίδιο “καλό” τρόπο που θέλουμε εμείς, όμως δυστυχώς αυτό δεν μπορεί να συμβεί.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι που περιμένουν a priori να τους φέρονται με καλοσύνη, πληγώνονται από τις συμπεριφορές των άλλων, οι οποίες όντως μπορεί να είναι απότομες, αντικοινωνικές, προσβλητικές ακόμη και ναρκισσιστικές και τους χαρακτηρίζουν τοξικούς, κακούς ακόμη και ασκούντες ψυχολογική βία.

Θα συμφωνήσουμε ότι σε ένα μεγάλο ποσοστό έχουν δίκιο. Καθώς δέχονται αυτή την άσχημη συμπεριφορά, ενδεχομένως ξανά και ξανά, αναρωτιούνται γιατί το κάνουν αυτό και γιατί να μην μπορούν να αλλάξουν και να τους φέρονται με ευγένεια και σεβασμό όπως εκείνοι φέρονται σε αυτούς.

Περιμένουν από τους άλλους να αλλάξουν και όταν δεν βλέπουν να συμβαίνει, στρέφονται στην ψυχοθεραπεία, υιοθετώντας όμως έναν αυτό-επικριτικό τρόπο λέγοντας: κανονικά οι άλλοι που μου φέρονται άσχημα θα έπρεπε να πηγαίνουν για ψυχοθεραπεία και όχι εγώ. Η ελευθερία σας όμως φυλακίζεται όταν δέχεστε χωρίς όρια ενώ ξεκινά όταν αρχίσετε να επιτρέπετε.

Ένα μεγάλο πρώτο βήμα για να πετύχει η ψυχοθεραπευτική διεργασία, είναι η προσωπική θέληση. Αν κάποιος δεν θέλει να κάνει ψυχοθεραπεία, όσο και να τον «τραβά» κανείς στο γραφείο του ψυχολόγου, δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα. Επομένως, είναι μία λανθασμένη αφετηρία να λέτε στον εαυτό σας ότι κάνετε ψυχοθεραπεία για να διαχειριστείτε τους άλλους.

Για αυτό, όποτε ακούω τους ανθρώπους να μου λένε ότι δεν θα έπρεπε να κάνουν ψυχοθεραπεία οι ίδιοι αλλά να κάνουν οι άλλοι, αναπλαισιώνω το αίτημα και το γυρίζω στους ίδιους. Η ψυχοθεραπεία ωφελεί αρχικά τον ίδιο τον άνθρωπο που την κάνει. Μέσα από την προσωπική του διεργασία αλλάζει τη θέση του στον κόσμο, βιώνει διαφορετικά τις εμπειρίες του, μαθαίνει να ανακαλύπτει νέους κόσμους, βλέπει με άλλο βλέμμα τον εαυτό του, τον αποδέχεται και τον συμπονά. Η ψυχοθεραπεία δεν αλλάζει τους άλλους, παρά μόνο αυτόν που την κάνει. Όμως, σε δεύτερη φάση, αλλάζει και τη δυναμική της σχέσης με τους «προβληματικούς» άλλους γιατί μπαίνουμε από άλλη αφετηρία.

Ας υποθέσουμε ότι ένας συνάδελφός σας στη δουλειά είναι άξεστος και σας προσβάλλει καθημερινά. Δεν ξέρετε πώς να το διαχειριστείτε. Αγχώνεστε, μπερδεύεστε, ζορίζεστε και καταλήγετε να βιώνετε καθημερινά θυματοποίηση, χωρίς να ξέρετε τι πρέπει να κάνετε. Οτιδήποτε και να σκεφτείτε ότι θα του πείτε, περνάει από πρώτα από μία προσωπική επίκριση. Μπλοκάρετε τα επιχειρήματά σας και όσο και να θέλουν αυτά να βγουν από το στόμα σας και να ζητήσετε έστω ευγενικά από το συνάδελφό σας να σταματήσει να κάνει αυτό που κάνει, δεν το κάνετε γιατί έχετε κάνει ήδη σενάρια για την αρνητική έκβαση τους. Έχετε κάνει εσείς πρώτοι bullying στον εαυτό σας.

Ναι, ο κόσμος δεν είναι δίκαιος, είναι σκληρός και δεν πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους να μας σέβονται και να μας φέρονται όπως θέλουμε εμείς. Μήπως όμως αναμένουμε από τους άλλους να μας φέρονται όπως μας φέρονταν οι γονείς μας έχοντας μείνει ψυχολογικά στην παιδικότητα; Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί και σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετεί να επιδιώκουμε την επανάληψη της παιδικότητας και στην ενήλικη ζωή.

Στην ψυχοθεραπεία είμαστε ενήλικες και αναλαμβάνουμε την ευθύνη μας. Αν μπούμε σαν παιδιά που αναζητάμε την αποδοχή και την παρηγοριά από ένα μεγαλύτερο πρόσωπο, χάνουμε την ευκαιρία να εξελιχθούμε σε αυτό που μπορούμε να γίνουμε και υποδυόμαστε έναν άλλο ρόλο, αρνούμενοι την ελευθερία μας, δείγμα «κακής πίστης» για να δανειστώ ένα ευφυή όρο του αγαπημένου Σαρτρ.

Μήπως όμως αυτή η συμπεριφορά που βιώνετε από το συνάδελφο, φέρνει στο παρόν παρελθοντικές σκέψεις και συναισθήματα; Μήπως είναι κάτι που έχετε βιώσει σε ένα στενό σχεσιακό πλαίσιο και δεν έχετε επιλύσει; Τις περισσότερες φορές, αυτή η φωνή του συναδέλφου, που προσβάλει και επικρίνει, ταυτίζεται με τη φωνή ενός γνώριμου σε εμάς παρελθοντικού προσώπου. Ένα πρόσωπο κύρους, όπως λέμε στην ψυχοθεραπευτική διεργασία, ένας γονέας, ή μεγαλύτερος αδελφός/η, ξάδερφος, φίλος κτλ που μας συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο όταν είμασταν παιδιά.

Τότε, σαν παιδί, δεν μπορούσαμε να τους απαντήσουμε και οι συνεχείς επικρίσεις που δεχόμασταν, εμπόδισαν την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής μας, εκεί στην τρυφερή ηλικία μεταξύ 3-7 ετών και την παγίωσαν. Μπορεί να αναπτυχθήκαμε μαθησιακά, συμπεριφορικά και βιολογικά, όμως ψυχολογικά έχουμε παραμείνει δέσμιοι χωρίς επιλογή σε αυτή την ηλικία.

Έχετε αναρωτηθεί γιατί δεν απαντάτε στον συνάδελφό σας τώρα; Γιατί δεν τον βάζετε στη θέση του με ευγενικό τρόπο; Μήπως φοβάστε τι θα πει, μήπως σας κοροϊδέψει περισσότερο; Μήπως σκέφτεστε τι θα σκεφθεί εκείνος για εσάς; Ή μήπως σκέφτεστε τι θα πουν οι άλλοι συνάδελφοι για εσάς;

Η ματιά σας και η σκέψη σας έχει εγκλωβιστεί μόνο προς τον συνάδελφο και όχι προς εσάς, εκτείνεται συνεχώς προς τα έξω και όχι προς τα μέσα. Του παραχωρείτε τη δύναμή σας και μπαίνετε να σκεφτείτε τι θα σκεφτόταν εκείνος για εσάς, με έναν όμως υποτιμητικό τρόπο. Αυτή είναι μία παιδική συμπεριφορά, είναι μία αίσθηση ανημπόριας, αδιεξόδου … “δεν είμαι ικανός να απαντήσω… φοβάμαι.”

Αυτό το παράδειγμα του συναδέλφου που μας μιλάει με αυτό τον άσχημο τρόπο, αποτυπώνει αυτόν τον ψυχολογικό Γόρδιο δεσμό που δεν λύσαμε ως παιδιά όχι γιατί δεν θέλαμε αλλά γιατί κανένας δεν μας έδωσε το σπαθί της αυτοεκτίμησης για να τον κόψουμε. Αυτοί οι άνθρωποι που μας φέρονται έτσι, καθρεφτίζουν αυτή την αδυναμία μας. Αυτοί οι άνθρωποι, φέρνουν στην επιφάνεια το χαμηλωμένο βλέμμα που είχαμε σαν παιδιά και ποτέ δεν διεκδικήσαμε.

Αυτοί οι άνθρωποι μας συμπεριφέρονται με έναν τρόπο που αγγίζει τη ριζωμένη απειλή ότι δεν πρέπει να μιλήσουμε γιατί δεν είμαστε σημαντικοί. Κι όμως, αντί να τους κατηγορήσουμε, πρέπει να τους ευγνωμονούμε. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι θα είναι η αφορμή για να βρούμε μέσα μας αυτό που ποτέ δεν γνωρίζαμε ότι είχαμε και μία ελευθερία για να προβάλλουμε στο μέλλον έναν προθετικό εαυτό.

Αυτοί οι άνθρωποι που μας φέρονται έτσι, δεν αποτελούν τελικά την σχεσιακή κόλαση για εμάς, αλλά μία μοναδική ευκαιρία για να ξαναβουτήξουμε στο παρελθόν που κουβαλάμε στο παρόν και να λύσουμε εκείνη την βαριά, επικριτική φωνή που ηχεί ακόμη στο αυτί μας. Στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία οι άνθρωποι δουλεύουν με τα όρια, την προσωπική ευθύνη – αναπόσπαστο μέρος της ενήλικης ζωής – την ελευθερία, την αυτοαποδοχή. Το ανθρώπινο πνεύμα ανυψώνεται ακόμη περισσότερο όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες και προκλήσεις. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι μπορούν να αντλήσουν μεγάλο ποσοστό δύναμης από αυτή τη διαδικασία και να φτάσουν σε μία εντελώς νέα αντίληψη για τον εαυτό τους και τη ζωή. Δουλεύουν με ό,τι είναι αληθινό, αποδέχονται την ατέλεια, αναγνωρίζουν τις αδυναμίες και τον πόνο και θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη να δημιουργήσουν τη ζωή τους και να προβάλλουν τον εαυτό τους στο μέλλον, στο δικό τους μέλλον. Κυρίως όμως, αποδέχονται ότι αυτό που στην αρχή ήταν αδυναμία και δικό τους «φταίξιμο» αναπλαισιώνεται σε μία τρομερή, ουσιαστική, σταθερή δύναμη που τους δίνει το δικαίωμα να βιώνουν με θάρρος τις προκλήσεις της ζωής. Παράδοξον μεν αλλά ωφέλιμο δε: αυτοί οι «κακοί» άνθρωποι που νομίζουμε ότι μας οδηγούν στην ψυχοθεραπεία είναι εκείνοι που τους «χρωστάμε» την αλλαγή μας. Οι άλλοι άνθρωποι που αποτελούν την κόλαση, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Σαρτρ «η κόλαση είναι οι άλλοι», αποτελούν τελικά την αφορμή για να βρούμε τον παράδεισο.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/

2020-09-15T08:29:08+00:00